Αρχική » Οδός Ανατολής

Οδός Ανατολής

«Έτσι προβάλλεται η ζωή μας στο πανί.  Ασπρόμαυρη, βουβή, εν τάχει. Με κάποιο πλαίσιο  επεξηγήσεων και τη μονότονη συν-ωδεία του πιάνου»

ΝΟΗΜΑΤΑ
Ένα προς ένα
τα στέριωσα
στο χώμα

ολόγυρα μου
κάγκελα
πανύψηλα

λεύτερος

φυλακίζομαι
στα γράμματα
των λέξεων μου

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Στα χέρια μου η κιθάρα 

στα χείλη μου ένα σβησμένο -από αιώνες- τσιγάρο
στα γυάλινα τα μάτια μου πυγολαμπίδες
καύτρες που σπινθήρισαν κάποιες νυχτιές
έπειτα σβήστηκαν
επιμένεις ν’ ανοίγεις τα παράθυρα
θαρρείς κι υπάρχει στο δωμάτιο καπνός
θαρρείς ατέλειωτη η στάχτη σε δοχείο αδειανό
που ξανά και ξανά αδειάζεις
ακούγοντας συγκινημένη την αγέννητη μουσική
από κείνο το μελαγχολικό τραγούδι
που θα έγραφα για σένα αγαπημένη
καθώς σου είχα υποσχεθεί να μάθω κιθάρα
και σου είχα υποσχεθεί να κόψω το τσιγάρο
και σου είχα υποσχεθεί να γράψω για σένα
ένα τραγούδι για την αγάπη πέρα ακόμη κι απ’ τον θάνατο, 

αυτοί είναι οι στίχοι του.

ΙΝΣΟΜΝΙΑ
Να ησυχάσει προσώρας /μωρό αχόρταγο απ’ το βυζί θηλάζει ο θάνατος/ να ξεκουράσουμε για οσο τα μάτια  και τα στήθια μας/ κι η αυπνία θα είναι  παντοτινός της ζωής μας  φύλακας και δήμιος.

Ζέστανε ο καιρός. Επανακάμπτει εκείνη
η αφόρητη νοσταλγία απ’ τα καλοκαίρια
που δεν ζήσαμε.

 

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΟΧΙ
Απ’ όλες τις καταφάσεις
μόνο το οχι
επιλύει τις
αντιφάσεις του.

 

Λείπει

[ομόηχο)

 

ΚΡΙΝΩ/ΟΜΟΗΧΟ
Άμωμος σύλληψη του πνεύματος
δι-ανθίζοντας τα πονήματα μας
και αυξάνοντας εκθετικώς
τις αμυδρές πιθανότητες

ΑΤΙΤΛΟ

Με σπάγκο δεμένος  αποχαιρετισμός
ορθώνει ανάστημα στην άπνοια

αγάπη -σχοινί – μακραίνει
χάνεται ψηλά
έπειτα σώνεται

κρατήσαμε αέρινες ψυχές
σα να κρατούσαμε μολύβια

κάποτε

περιθάλψαμε ρήματα, επίθετα
ξενυχτήσαμε πάνω από χαρτιά
που αιμορραγούσαν ακατάσχετα

σώζοντας τις σκέψεις μας

τάχα μου πως σώναμε κάποιο κόσμο 

χτενίζω το κείμενο
λούζω τα πυκνά μαλλιά της σοφίας μου
και γυαλίζομαι στο καθρέφτη
θα πρέπει ν’ αρέσω.

Άτιτλο XIII
Άλλα, δεν θανατώνουν το νεκρό
τ’ άδεια από βλέμμα μάτια μας 
τ’ άδεια από εκείνον όνειρα μας
και τα βουβά μας στόματα.

ΤΟ ΨΕΜΑ
Αληθινό είναι ότι απομένει στον ποιητή
αν αφαιρέσεις από μέσα του τις λέξεις
η ποίηση ένα ψέμα είναι
ο τρόπος να μιλήσουμε στα επουσιώδη
ότι είναι αληθινό για εμάς
ότι έχει ουσία
δεν το κοινοποιούμε σε κανένα
ούτε καν σ’ εμας
η ποίηση είναι δειλία
κανένας ουσιώδης λόγος
δεν φτιάχτηκε να συγκινεί
τίποτα δεν αποκαλύπτει η ποίηση
πέρα από το ψέμα του ποιητή
(σε αυτό είναι τουλάχιστον αληθινή)
κι όσοι καμώνονται αλλιώτικα πως γίνεται
ας βγουν γυμνοί και ματωμένοι από τις λέξεις
αφήνοντας τις ψεύτικες πληγές απ’ το μελάνι
εκείνος που πονάει αληθινά δεν γράφει.

YΠΕΡΒΑΣΗ
Και λέω να φύγω/ αλλά ο κόσμος μικρός / κατά τι ευρύτερος απ’ τις δυο μου πατούσες/ και ο ουρανός μου  σεντόνι λευκό  σε κάτι κόκκινα σύννεφα/ Λέω να φύγω/ στο μετέωρο βήμα του κενού  που εμπρός μου απλώνεται/ Τολμώ, ότι τελειώνει με ατελέσφορο τέλος/ Της καρδίας μου οι σφυγμοί μετρήσανε της πτώσης τον ίλιγγο/  και σώπασαν με ένα χτύπο κι ένα πόνο ανεπαίσθητο/  Αν με ρωτάτε,  δεν ευθύνομαι εγώ  για τον κόσμο τούτο/  Στο ένα πόδι κουτσό που με βάζανε  οι δάσκαλοι να μάθω, δεν έμαθα! / Αν πνιγμένος στο αίμα μου κατάλαβα κάτι/ Πως αξίζει  το κόσμο το μικρό  που μου δόθηκε να υπερβώ.

ΠΑΡΑΔΟΞΟ
Πες στους ανθρώπους “νοιώθω μόνος”
και θα σου πούνε

“μα έχεις κοντά σου τόσους ανθρώπους ”

Πες στους ανθρώπους “νοιώθω τρελός”
δεν θα σου πούνε ποτέ

“μα έχεις κοντά σου τόσους τρελούς”

Οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πως η μοναξιά
δεν έχει τίποτε να κάνει με τους άλλους,
ενώ η τρέλα έχει να κάνει τόσα πολλά.

ΔΥΟ ΠΛΑΤΕΙΕΣ
Δυο πλατείες που τις ενώνει ένας δρόμος. Περπατούν οι ποιητές φιλοσοφώντας πάνω κάτω, αλλάζουν ρούχα, προσωπεία οι ποιητές καθώς κινούνται προσαρμόζουν αναλόγως το ύφος τους. Να μην ξεχάσουν να ξύσουν τα μολύβια τους ποτέ δεν ξέρεις που θα τους βρει- αναπάντεχα – η έμπνευση.

ΝΕΚΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
Ι.
[Ως φθόγγος αναχωρεί
η  ψυχή
των  λέξεων]
ΙΙ.
[και ως πέτρα

το σώμα 

τους πέφτει 

βαρύ

ασάλευτο ]

ΙΙΙ.

Το σώμα 

Των λέξεων

που εχουν ψυχή

IV.
[Το άψυχο

βέβαια 

κι αυτο 
μια λέξη είναι
…]
ΙV.
[όπως λέξη είναι το άδειο

το κενο

και το άπνοο]

[…]
και οι άνθρωποι 

αποφευγουν γενικά να   μιλούν 

για οσα έχουν ψυχή 
[…]
Είναι  τα στόματα τους πληρωμένα 

με απολιθώματα  λέξεων,

λέξεων που είχαν άλλοτε ψυχή 

[…]
Εκεί πάνω σκοντάφτει η γλώσσα τους

και τσακίζεται.

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ
Εγώ δεν είμαι ποιητής
[δεν διακατέχομαι απ’ τη
σαγήνη των λέξεων
και τον αχαλίνωτο ερωτισμό
της ομοιοκαταληξίας]
Εγώ δεν είμαι ποιητής
δεν έχω πρόθεση κρυφή να καταχρώμαι
τίτλους επίζηλους κι επώδυνους άλλων
αλήθεια
δε κόπιασα τα έργα μου
δε μόχθησα
δε χάθηκα απ’ τον κόσμο για να γράψω
δεν είχα όνειρο ποτέ μου να γίνω ποιητής
[αν θέλετε, δεν είχα και το ανάλογο ταλέντο]
εγώ δεν είμαι ποιητής
αν σας αρέσει να με κρίνετε ως τέτοιον
δεν με πειράζει αληθινά
εγώ ένα τρόπο έψαχνα για να μιλώ τ’ αμίλητα της ψυχής
για όσα θα ήθελα να πω αλλά δε βρήκα τρόπο
ή το κουράγιο να παραδεχθώ
πως άνθρωπος στ’ ανθρώπινα είμαι
δεν είμαι ποιητής
δεν απευθύνομαι στους ανθρώπους εν γένει 
σε δυο, τρεις, πέντε το πολύ απευθύνομαι 
λέγοντας τους
είμαι εδώ
για σένα γράφω
νοιάζομαι
συγνώμη, έκανα λάθος
μη  φοβάσαι
κοίταξε με ίσα στα μάτια
εξέθεσε τον εαυτό σου
τόλμησε
χέσε τους επαΐοντες και τους άλλους
εγώ ξέρω τι αξίζεις
και πως έφτασες ως εδώ
ζήσε, τόλμησε
σήκωσε το κεφάλι σου
[καμία ποίηση δεν είναι εξάλλου αυτοσκοπός
…]
το κάνω κι εγώ,
κοίταξε με
ευτελίζομαι ως ποιητής
στην κριτική τους εκτείθεμαι
αλλά αποκτώ αξία στα μάτια σου
κι αν τούτο δω είναι ποίημα
ποσώς με νοιάζει
με νοιάζει να έφτασε το μήνυμα μου
σ’ έσενα που το διαβάζεις
αυτό με νοιάζει
Εγώ δεν είμαι ποιητής

Η ΧΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Ρυτιδιασμένες μέρες

απλωμένες σε ολόλευκα

σεντόνια νοσοκομείου,

ψυχή που παραβαίνει τους κανονες

που παραβαίνει τη σκλαβιά της 

και οτι -άλλο- αναμένουμε
από εκείνη να γίνει. 

 

Οι μέρες σταφιδιαζουν

έξω απ’ το σκοτάδι τους, 

ο ήλιος απομυζεί τη νιότη

κι ο χρόνος που τρομάζει
πιοτερα απο τρόμος η ίδια

η αγάπη

 
αχ! αυτή η αγαπη

η αυστηρά δοσολογούμενη

σε σκόνη
σε υγρό
σε εκνέφωμα
η αγάπη η χορηγούμενη άπαξ

κι η αγάπη επί ένα 
η αγάπη επί δύο 

(προ φαγητού

με άδειο στομάχι)

η αγάπη 

επί τίποτα

 

ολη αυτή η επιτηρούμενη αγάπη 
σε  ανοιγμένα στόματα

ολη η αγάπη η  χρωστική
που βάφει ουράνιο τόξο
τους κυνόδοντες

απέναντι απ’  ένα ρολόι

μόνιμα κολλημένο

το κάθε  βλέμμα

κι ενα  χασμουρητό

έξω απ την πόρτα γράφει
εντός πωλείται νοιάξιμο.

 

Πικρό, σα γέλιο
καταπίνεται αυτούσιο
/το χάπι που εκρήγνυται
στα σπλάχνα/
η αγάπη όπως κυλάει
στο αίμα το επιούσιο
η αγάπη η  δραστική
κι η αγάπη ως έκδοχο
με οδηγίες χρήσεων.

 

Όχι αγκαλιά μωρέ
προσέξτε με
/απαγορεύεται
ρητά απ’ τους κανόνες/
όχι αγκαλιά
είναι επικίνδυνο
μπορεί να νιώσουμε…

ΕΡΩΤΙΚΟ
Για να σε ερωτευτώ,
δεν χρειάζεται να είσαι η πιο όμορφη
ή η πιο έξυπνη
Χρειάζεται να σε ερωτευτώ
Για να σε ερωτευτώ,
δεν χρειάζεται να είσαι κάτι άλλο απ’ ότι είσαι
ούτε να κάνεις κάτι διαφορετικό από ότι κάνεις
ούτε να είσαι αληθινή ή υποκρίτρια
ούτε να σε γνωρίσω χρειάζεται
ακόμη κι αν δεν σε δω ποτέ
μπορώ να σε ερωτευτώ
όπως ερωτεύονται οι τυφλοί
-με την αφή-
όπως ερωτεύονται τα πουλιά
-με το κελαΐδισμα-
όπως ερωτεύονται τα σκυλιά
-με την οσμή-
όπως ερωτεύονται τα δελφίνια
οι κεραυνοί
οι νότες
Για να σε ερωτευτώ
δεν χρειάζεται να με ερωτευτείς
μπορούμε κάλλιστα να υπάρχουμε
-ερωτευμένοι ή μη –
χωρίς να μάθουμε ποτέ ο ένας για τον άλλο
μπορεί να ζούμε σε χώρες μακρινές
ή ακόμη και εμπόλεμες
μπορεί να ζούμε σε διαφορετικές εποχές
να είμαστε ζωντανοί ή νεκροί κι οι δυο μας
ή ο ένας από εμάς να αγαπάει μια χούφτα χώμα
κι ο άλλος ένα σύννεφο
ή μπορεί απλά να είμαστε το λευκό του χαρτιού κι η μελάνη
τα γράμματα και τα κενά ανάμεσα τους
δυο σκέψεις που πήγαν μαζί παρακάτω
ή που μαζι κατέληξαν στο κάλαθο των άχρηστων.
Για να σε ερωτευτώ,
μπορεί να σε πλάσω με ιδέες ή με λέξεις
και να αγαπήσω κάθε ερωτηματικό,
κάθε πρόθεση και κάθε αντωνυμία της ζωής σου,
όπως θέλησα εγώ να σε πλάσω
ως πλάσμα υπαρκτό ή ως χίμαιρα
ως άστρο που χάθηκε το ξημέρωμα
ως κάτι που ποθώ
ή ως κάτι που νοσταλγώ
ως σώμα και πρόθεση
ως αφαίρεση
ως πινελιά σε καμβά
ως στίχο ετούτου δω του πονήματος.
Για να σε ερωτευτώ,
δεν χρειάζεται να σε ερωτευτώ ως κάτι διάφορο
απ’ ότι ο έρως στην ψυχή μου φτιάχνει,
αυτό μονάχα!
Και αν με ρωτήσεις για ποια γράφτηκε το ποίημα αυτό
H απάντηση είναι φυσικά
Για σένα.

 

ΑΤΙΤΛΟ Μ
Eκδίδομαι ενσώματος
ένα άδειο κέλυφος του πνεύματος μου
εκ ποιούμαι ακρωτηριασμένος
στα δάχτυλα που με διπλώνουν
(για λόγους ενθύμησις)
το βίος μου όλο
μια βαλίτζα περιττά ρούχα
παρακρατώ την  ψυχή μου 
καθώς ξεφυλλίζετε
το άρτι αγορασθέν περίβλημα μου.

ΤΟΙΧΟΙ ΟΔΥΝΗΣ
Αγέρας πυκνός
αγέρας λίγος
σφίγγει τη καρδία
το στήθος
ανάσα κάματος
με αρρωσταίνει
σωπαίνει ο κούκος
ο χρόνος μακραίνει
σκιάχτρα φριχτά
απ’ το παρελθόν μου
ταβάνια χαμηλά
που όλο σιμώνουν
της νύχτας σιγαλιά
που ακούω καθαρά
τους χτύπους εντός μου
δεν με έχτισαν τοίχο ψηλό ανεπαισθήτως
κι ας λέει αλλιώς ο ποιητής.

ΧΡΕΗ
Θα ‘ρθει η ώρα
να πληρώσω
κι όλα θα πληρωθούν
στο ακέραιο
ότι χρωστάω,
σε όσα σώματα
σε όσες ψυχές
και ήλιους,
σε όσες παραλίες
τ’ απομεσήμερου
όλα θα πληρωθούν
κατά πως πρέπει
το σώμα με ψυχή
η ψυχή με ήλιο
ο ήλιος με παραλίες
τ’ απομεσήμερου
όλα θα πληρωθούν.

Α-ΜΟΡΦΗ
Αν ήμουν ζωγραφος
θα σε φιλοτεχνούσα
ως μια γραμμή
χρώματος μαύρου
σε μαύρο φόντο
κανείς να μην μπορεί
να διακρίνει την μορφή σου
κανείς,
μήτε κι εγώ!

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Αλληλουχία σταυρώσεων
με έπαθλο μια επαμφοτερίζουσα
ανάσταση.
Σωτηρία που καρφώνεται
στο εκκρεμές σαρκίο.
Μην αιτηθείς ουδέν
λιγότερο.
Αφέσου στην αγάπη να σε σκοτώσει.

ΕΛΛΕΙΨΗ
Ως ατελής υπάρχω. Και είναι η έλλειψη
που με βοηθάει να αντιληφθώ,
πως αδειάζοντας αισθάνομαι γεμάτος.
Σαν το νερό της στέρνας
που περιμένει τα ρουθούνια των διψασμένων αμνών.
Το νερό στερεύοντας πραγματώνεται.
Κατά τον τρόπο που πραγματώνεται η αγάπη.
Κι ο ουρανός δεν ωφελεί να είναι
διαρκώς λαμπερός. Παρότι κάτι τέτοιες διαφάνειες
τέρπουν την ψυχή, η ζωή χρειάζεται
τα μαύρα σύννεφα της βροχής.
Τα λουλούδια, τα κοτσύφια, το στάρι,
θα ζήσουν μετά την καταιγίδα.
Θα ζήσουν μέσα απ’ την καταιγίδα.
Τα πιο αφιλόξενα μέρη είναι εξάλλου
εκείνα που λούζονται αέναα στο φως.

ΑΝΤΙΟ

Δεν γύρισα ποτέ μου πίσω
ν’ ανοίξω πόρτα σε ένα αντίο
τ’ ανέμου σκόνη ο καιρός
βαδίζω εμπρός
να είμαι σκληρός μπορεί
μα εγώ το δίκιο το γνωρίζω.

Αντίο για με σημαίνει,
υπογραφή στον πάτο του εγγράφου
το τελευταίο φιλί σε μάτια σφαλισμένα
μια χούφτα χώμα στο υποστέλλων σώμα
ένα μαντήλι σε στάση λεωφορείου
το χελιδόνι του έσχατου φθινοπώρου.
Αντίο σημαίνει θάνατος για μένα.

Μα πιο βαριά ηχεί σαν λέξη
γιατί είναι ανοιχτή σε αναιρέσεις
σε σκέψεις δεύτερες
σε όλες εκείνες τις – άτοπες- συγνώμες
τις μεταμέλειες.

Ειν’ άψυχες μορφές ωσάν γυρίζουν

απ’ το μακρύ της λησμονιάς ταξίδι

και σου ζητούν να πιουν απ’ την ζωή σου

αίμα της μνήμης καθαρό να ζωντανέψουν

Αντίο σημαίνει θάνατος για μένα

12-1-1994

Λόγια, λόγια
και ιστορίες ανούσιες,
θυμόμαστε πάντα
όσα ακριβώς

χρειάζεται η λήθη μας

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΗΛΥΚΟ

Από όλα της ζωής τα θηλυκά. 

Την ευτυχία, τη μέθεξη, την οίηση.

Ας ειναι να  σφραγίσει  η πλήρωση, 

τα μάτια μου οριστικά

 

Η ΜΑΧΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΦΘΟΡΑ 

Αν καταφέρω να σταυρωθώ απο τις λέξεις 

Κερδίζω -κάποιου βαθμού-  αθανασία

Περιμένοντας μέρες τρεις

Οπως μετράει η ποίηση  το χρόνο 

ΣΙΔΗΡΟΥΝ ΠΑΡΑΠΕΤΑΣΜΑ

Σιδηρούν παραπέτασμα

όρθωσε  η ιστορία,

απέναντι σε κάθε ιδέα 

που επιχείρησε να αποδράσει, 

του ασφαλούς κόσμου 

των ιδεών

 

ΩΡΙΜΑΖΟΝΤΑΣ

Απο τη νιότη μας

δυο πράγματα μας  λείπουν 

μονάχα

όσα δεν κάναμε

και όσα κάναμε

ΜΟΡΦΟΓΕΝΕΣΙΣ

Η πεταλούδα είναι η κάμπια
η πτήση είναι η χαμέρπεια

[διαφορικών χρονικών συγκειμένων]

εν αναμονή μιας άνοιξης νομοτελειακής

ο φαινοτυπικός θάνατος
της οντολογικής επιβίωσης

έτερα, ποιητικά αίτια επικαλούνται
τη βούληση του υποκειμένου

η πεταλούδα νοσταλγούσα

την χαμέρπουσα φύση της
και η ονείρωξη της ιπτάμενης κάμπιας
ενδελεχώς ετεροχρονισμένες

μορφοποίηση, ως διαλεκτική του σχήματος με το πλαίσιο, και το εν υπάρχων κενό
πληρώνεται αυθαίρετα
υπηρετώντας την κατανόηση

πλανημένη νοητή συμπύκνωση
αληθής α- νόητος κατακερματισμός
και ως όλον ο κόσμος γίνεται
εν- μορφος αλλά ψευδής

λιθάρια σε λιθάρια
πάνω απ’ τους ποταμούς
του ρέοντος χρόνου
-σε λέξεις πέτρινες-
διασχίζουμε την ύπαρξη

είναι, ως χώρος
είναι ως α- διαφάνεια
ενδιαμέσως απουσία που συγκρατεί

και συνδέει 

είναι ως είμαστε ή είμαστε ως είναι
(δεν ισχύει η αντιμεταθετική ιδιότητα)

είναι ως ψευδαίσθηση
ως ά-χρονο
και εκτεινόμενο στα νέφη
του α-υλου, είναι

ειναι ως ουτοπια
είναι εις αναστολή
(ως μεταβατικό είναι)
προς το είναι του δια-χρονου
και του ά-τοπου

είναι ως ύπαρξη
εν-υπ- άρχω
ως αναγωγή στο είναι
ενός είναι υπέρτερου

είναι ως διάχυση
υπ- άρχω
ως αναγωγή
στο είναι ενός είναι αλλότριου

Υπάρχει τόπος πέρα απ’  το είναι,
αλλά όχι έξω απ΄το είναι.
Το είναι, είναι!

ΕΝΟΧΗ
Σαν το καράβι που σαλπάρει/ μα έχει τον κάβο του δεμένο/ και ανοίγεται για τις μεγάλες θάλασσες και σέρνει/ ανθρώπους, σπίτια, δρόμους και  εικόνες/ με ότι αγάπησε και πόνεσε -του λιμανιού- ν’ αφήσει/ γυρνοβολάει χρόνια το καράβι/ σε θάλασσες  μακρινές όσο το μήκος του σκοινιού του…

 

ΟΞΥΜΩΡΟ
Καθώς  όφειλα να σε ξεθάψω,
σκάβοντας με τα γυμνά μου χέρια,
ανάμεσα στις φιλοβόλες  λέξεις,
ενός αειθαλούς ποιήματος

 

ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ
Έχουμε όνειρα – ανείπωτα-
στο σημαινόμενο του ύπνου μας,
έχουμε κι όνειρα – άλλα –
αφημένα στο σημαίνον της λογικής,
κι ονειρευόμαστε με σκέψεις
καθώς σκεφτόμαστε με όνειρα

 

ΑΝΑΙΜΙΚΟ

Δεν είμαι ξύλο καρυδιάς σε τζάκι,
ένα σορό από στάχτη, 

σ’ ένα εκπνέων κάρβουνο υπήρξα,
που με φύσηξαν αέρηδες ανθρώποι
και με σκέπασαν με ξεραμένα φύλλα για ν’ ανάψω,   

αναιμικής φωτιάς -το λιγοστό της φως- και θέρμη  ισα,  
να ξεπαγώνουν οι άνθρωποι   τα χέρια

και να διαβάζουν  εννίοτε  στο σκοτάδι

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ

Διαβάζεις απ’  την σελίδα του παροντος
αριστερόστροφα το βιβλίο της ζωής 

ακολουθώντας τα νήματα των αιτιατών

που ερμηνεύουν τα αίτια τους
και καταλήγοντας -μοιραία-

σε λανθασμένα συμπεράσματα,

ορθών κατά τα λοιπά

συσχετισμών των γεγονότων

που ακολούθησαν…