«Έτσι προβάλλεται η ζωή μας στο πανί.  Ασπρόμαυρη, βουβή, εν τάχει. Με κάποιο πλαίσιο  επεξηγήσεων και τη μονότονη συν-ωδεία του πιάνου»

ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΒΑΤΟΝ 

Δεν υπήρξα η παραφωνία 

ίσως, να υπήρξα

 μια  αφορμή της,

κάποιος ξεχασμένος σελιδοδείκτης

 -ανάμεσα

στις αντικρυστές πλευρές

του συναφούς 

και αν πάλι υπήρξα 

ο τυχάρπαστος κεραυνός

ένας άσος σπαθί, 

ένας  περαστικός άνεμος

-και πάντοτε τη σωστή στιγμή

της εκάστοτε  λανθασμένης συγκυρίας-

είχα πάντοτε σκοπό και ουδέν άλλο 

πέραν του σκοπού της εκπλήρωσης μου

άλλοτε ως η πανάκεια του ανιάτου 

άλλοτε ως η έλλειψη  του περιττού 

και πάντοτε ως το επέκεινα του προφανούς 

αν είχα πρόσωπο;  μάλλον ήταν εκείνο 

της επιθυμίας τους!

αν είχα ευθύνη; μάλλον ότι με όριζε

ως  συνείδηση μου

αν είχα χρέος;  σε αυτό καλύτερα να μην τοποθετηθώ 

πως μπορείς να μεθύσεις δίχως στάλα κρασί στα χείλη σου;

πως μπορείς να αγκαλιάσεις το άσαρκο; 

και πως να δακρύσεις τυφλός στο  ηλιοβασίλεμα;

τόσες ερωτήσεις 

ουδεμία  κατάφαση

μήτε στάλα πλανερής ανακούφισης

αν με παρατηρείς που γνέφω κουνώντας το κεφάλι μου

αν χαμογελώ,  είναι που βεβαιώνομαι 

σε κάθε σου αβεβαιότητα 

γιατί αυτό δεν είναι το πρώτο σου  βήμα

είναι εκεί που τελειώνουν συνήθως τα βήματα 

ΜΑΝΑ

Έρχονται νύχτες οι ποιητές και με ξυπνάνε,
απ’ τα δυο πόδια μου με σέρνουν
και σαν τρελοί χοροπηδάνε
στα σκονισμένα βιβλία τους και τινάζουν
καθώς η σκόνη ταξιδεύει,
μέσα από τις γρίλιες διαχέεται ένα φως
του δρόμου,
σαν μια επιτοίχια ταινία
που οσο κυλάει
(να είναι η ζωή μου άραγε που κυλάει?)
Βυθίζονται  αργά στη σκόνη
το ξύλινο παλιό ντιβάνι
η γέρικη καρέκλα
το κομοδίνο
έρημος το δωμάτιο μου
που όλα θαφτήκανε
μέχρι τα ολόμαυρα
μακριά μαλλιά μου
τα βλέφαρα μου ακόμη
Ξάφνου η μάνα μου προβάλει
πίσω απ’ την θαμμένη πόρτα
με ένα στο χέρι της λουλούδι
και στο άλλο με ένα φτυάρι
και με τρεμάμενη φωνή μου ψιθυρίζει
– σβήσε αγόρι μου τα μάτια σου κοιμήσου,
σε λίγο ξημερώνει ….
Κι ήτανε νέα η μάνα όπως δεν την θυμάμαι
στ’ αλήθεια να ήτανε μες το μυαλό μου;
Κι ήτανε νέα η μάνα μου κι ήταν όμορφη
λουσμένη στο φεγγάρι και τη σκόνη

ΑΚΛΗΤΗ ΑΓΑΠΗ

Αν πεις αγαπούσα

Δεν σημαίνει πως αγάπησες κάποτε

Και δεν αγαπάς πια

Σημαίνει πως δεν αγάπησες

Ποτέ!

Η αγάπη δεν έχει παρελθόν

Όπως δεν έχει και μέλλον

Η αγάπη ζει —και δεν γίνεται

αλλιώς—σε ένα εξακολουθητικό

Και διαρκές παρόν

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ
Ο φόβος του θανάτου
θανατώνει
Πιότερο
κι από τον ίδιο
τον θάνατο
ακόμη
ως η στιγμή
που πια δεν θα υπάρχεις
μέσα στο πλήθος
των στιγμών
που υπήρξες
μοιραία μόνος
μοιραία διχασμένος
Ανάμεσα
Σε ένα πεπερασμένο πλήθος
από ζώντες
και ένα άπειρο
πλήθος τεθνεώτων

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ

Σηκώνω το βλέμμα.

Δεν διακρίνω 

Τα ευθυτενή  καλάμια.

Δεν διακρίνω τα παραγάδια

στα νεφελώματα.

Οι ποιητές πλήθυναν

Τα αστέρια μετανάστευσαν.

Εποχές πείνας τούτες

Εποχές σκότους. 

Άκουσα  απόψε τις  βάρκες

αργά να πλέουν στο κενό τους. 

Ο λιμενάρχης  το σκέφτεται σοβαρά.

Τουλάχιστον τώρα,

που κυοφορούν τα επουράνια.

ΓΙΝΟΜΕΝΟΙ

Ι

Στη ρωγμή

Μεταξύ του πραγματικού

Και του αληθινού

Παραμονεύει

Ο φόβος

ΙΙ

Ο φόβος

που προκαλεί

η εμπειρία της αλήθειας,

στην  αλήθεια της

κάθε εμπειρίας

ΙΙΙ

Γιατί η αλήθεια βρίσκεται πέρα από τον κόσμο

του βιώματος. Η αλήθεια είναι αισθαντικά απροσπέλαστη

ΙV

Αν βλέπουμε την αλήθεια

Στα μάτια ενός αγαπημένου

Δεν βλέπουμε την αλήθεια,

αλλά τη λαχτάρα  του να μας δει

αληθινούς.

V

Κάπως  έτσι, προσαρμοστικά σχεδόν, γινόμαστε αληθινοί στο ψευδεπίγραφο μιας ξένης ανάγκης. Και γινόμαστε καθότι  η βαθιά μας επιθυμία δεν είναι να ανακαλύψουμε,  αλλά να πιστέψουμε.

ΡΕΚΒΙΕΜ

Απ’ τις συστάδες του κόσμου
φτιαχνόμαστε
από νερό και από χώμα.
Πλάσματα της λάσπης,
που ορθοί στεκόμαστε
χάρη στου ανέμου το πέτρωμα,
γινόμαστε χωμάτινα σκιάχτρα
και βαφτιζόμαστε εκ νέου
σε μικροσκοπικές γούρνες
με χάρη Θεού.
Και μονάχα σαν σκόνη 
που  σκορπιζόμαστε 
στα τέσσερα του ορίζοντα τα σημεία,
μονάχα τότε, κάτι το θεϊκό
στο σκόρπιο μας αποκτάμε,
κόκκοι της άμμου
πάνω από τον έρημο
κι ασάλευτο χρόνο.
Και τα υπάρχοντα μας,
το σπίτι κι η αυλή μας η ίδια
μ’ εκείνα που κληροδοτούμε στα παιδιά μας,

η ανάσα μας η τελευταία
σαν ξεφυσάει θάνατο και σήψη
την τελευταία δύση,
την τελευταία μας ανατολή
που ελπίζει – ακόμη ελπίζει
η φυραίνουσα ζωή μας
να περισώσει μια ολόμαυρη
σαν κάρβουνο ψυχή
αλλάζοντας σε άλλους τη μοίρα της.

Και τώρα που γελάω σαν τρελός

μπρος στο ποτήρι μου,
και στα παγάκια που λιώνουν διακρίνω καθαρά,
να, οι ζωές μας είναι που βυθίζονται
σε μια ολοστρόγγυλη λησμονημένη θάλασσα,
γεμάτη αρώματα, γεμάτη ήχους,
καθώς χτυπάνε οι στιγμές στα κρύσταλλα,
στη δίνη που καθορίζουνε τα χέρια
και του μυαλού η σκοτεινή επιθυμία.

Να το έπινα άραγε ετούτο το φαρμάκι μονομιάς,
να το άφηνα, ποιος ξέρει, ποιος έζησε άραγε να ξέρει;
Πάνω στους στύλους του ηλεκτρικού
ασάλευτα τα χελιδόνια
σα νότες μοιάζουνε μιας παρτιτούρας
για κάποια άνοιξη που περιμένει
κάπου αλλού,
το ρέκβιεμ για κάθε παράδεισο κρυμμένο
πάνω από τα σύννεφα
πέρα από τους τοίχους
με τ΄ αγκάθινα
τα σαρκοβόρα πλέγματα του αλλού
που είναι ο θεός,
του αλλού
που είναι η αυγή,
για κάπου και για κάποιους
που ξημερώνει η μέρα,
για κάποιους σαν εμάς
που αλλού κι εκείνοι
αποθέσαν το ριζικό τους
σε κάποιους άλλους,
ποιος ξέρει
σε κάποιο αύριο.

Να είναι κι εκείνων
όπου πατάνε τα πόδια τους
τα χώματα ξένα,
κι αλλού να τρέχουνε τα μάτια τους
ως πέρα,
κι αλλού η ζωή τους
να είναι,
μα όχι εδώ
ποτέ εδώ.

Για κάποια χώρα άλλη
θα βαδίσουν
το κάπου αλλού
των κάποιων άλλων
θα γίνουνε κι εκείνοι
με την σειρά τους,
και τίποτα παραπάνω.

Γέλα, αφελή μου εαυτέ!

Κι εσύ να έρχεσαι
Να έρχεσαι όπως πάντα
Με ένα κουφάρι τρύπιο
και μια ψυχή αιμορραγούσα,
και κάτι κλωστές χρωματιστές
από τα μαλλιά σου,
και κάτι βελόνες που τρυπάνε τα σύννεφα,
με ανυπομονησία -τώρα- να σε μαντάρω
με τις καλύτερες των προθέσεων μου.

Ω Θε μου! καρτεράς την τέχνη μου,
{πάρε το χρόνο σου γέροντα,
μου λες}
μπορώ να περιφέρομαι εσαεί
αρκεί να με κρατάς
από την ψυχή μου γερά,
όχι από τα χείλη
όχι από τα μάτια
όχι από τα χέρια μου
έτσι για να είμαι σίγουρα δεμένη
όσο ο καθείς που γίνεται να ζήσει
και δίχως φωνή
και δίχως χέρια
και δίχως όραση
και δίχως ζωή ακόμα
αλλά χωρίς ψυχή;

.

ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Μα δε σε μέτρησα

μικρή μου παρένθεση, 

πόσο να απέχεις ανάμεσα σου

και δεν αναρωτήθηκα  ποτέ μου 

τι περικλείεις,  σε τι αποκλείεσαι! Και  είσαι

Μικρή μου παρένθεση

Μια απουσία ανάμεσα στη λήθη

Και την αμνημοσύνη μου

Κατά το πως  λογίζω

Του μολυβιού την πίεση

Σχηματίζοντας σε.

Ίσα που  να  υπάρχεις,

Και  να ζεις

Πάνω από όλα

Στα επί χάρτου  σχέδια μου

Στις υπώρειες των ποιημάτων μου 

Μη και τυχόν  σβήσει η γομολάστιχα

δυο αγκύλες που περιέχουν το  τίποτα.

ΝΟΗΜΑΤΑ
Ένα προς ένα
τα στέριωσα
στο χώμα

ολόγυρα μου
κάγκελα
πανύψηλα

λεύτερος

φυλακίζομαι
στα γράμματα
των λέξεων μου

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Στα χέρια μου η κιθάρα 

στα χείλη μου ένα σβησμένο -από αιώνες- τσιγάρο
στα γυάλινα τα μάτια μου πυγολαμπίδες
καύτρες που σπινθήρισαν κάποιες νυχτιές
έπειτα σβήστηκαν
επιμένεις ν’ ανοίγεις τα παράθυρα
θαρρείς κι υπάρχει στο δωμάτιο καπνός
θαρρείς ατέλειωτη η στάχτη σε δοχείο αδειανό
που ξανά και ξανά αδειάζεις
ακούγοντας συγκινημένη την αγέννητη μουσική
από κείνο το μελαγχολικό τραγούδι
που θα έγραφα για σένα αγαπημένη
καθώς σου είχα υποσχεθεί να μάθω κιθάρα
και σου είχα υποσχεθεί να κόψω το τσιγάρο
και σου είχα υποσχεθεί να γράψω για σένα
ένα τραγούδι για την αγάπη πέρα ακόμη κι απ’ τον θάνατο, 

αυτοί είναι οι στίχοι του.

ΙΝΣΟΜΝΙΑ
Να ησυχάσει προσώρας /μωρό αχόρταγο απ’ το βυζί θηλάζει ο θάνατος/ να ξεκουράσουμε για οσο τα μάτια  και τα στήθια μας/ κι η αυπνία θα είναι  παντοτινός της ζωής μας  φύλακας και δήμιος.

Ζέστανε ο καιρός. Επανακάμπτει εκείνη
η αφόρητη νοσταλγία απ’ τα καλοκαίρια
που δεν ζήσαμε.

 

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΟΧΙ
Απ’ όλες τις καταφάσεις
μόνο το οχι
επιλύει τις
αντιφάσεις του.

 

Λείπει

[ομόηχο)

 

ΚΡΙΝΩ/ΟΜΟΗΧΟ
Άμωμος σύλληψη του πνεύματος
δι-ανθίζοντας τα πονήματα μας
και αυξάνοντας εκθετικώς
τις αμυδρές πιθανότητες

ΑΤΙΤΛΟ

Με σπάγκο δεμένος  αποχαιρετισμός
ορθώνει ανάστημα στην άπνοια

αγάπη -σχοινί – μακραίνει
χάνεται ψηλά
έπειτα σώνεται

κρατήσαμε αέρινες ψυχές
σα να κρατούσαμε μολύβια

κάποτε

περιθάλψαμε ρήματα, επίθετα
ξενυχτήσαμε πάνω από χαρτιά
που αιμορραγούσαν ακατάσχετα

σώζοντας τις σκέψεις μας

τάχα μου πως σώναμε κάποιο κόσμο 

χτενίζω το κείμενο
λούζω τα πυκνά μαλλιά της σοφίας μου
και γυαλίζομαι στο καθρέφτη
θα πρέπει ν’ αρέσω.

Άτιτλο XIII
Άλλα, δεν θανατώνουν το νεκρό
τ’ άδεια από βλέμμα μάτια μας 
τ’ άδεια από εκείνον όνειρα μας
και τα βουβά μας στόματα.

ΤΟ ΨΕΜΑ
Αληθινό είναι ότι απομένει στον ποιητή
αν αφαιρέσεις από μέσα του τις λέξεις
η ποίηση ένα ψέμα είναι
ο τρόπος να μιλήσουμε στα επουσιώδη
ότι είναι αληθινό για εμάς
ότι έχει ουσία
δεν το κοινοποιούμε σε κανένα
ούτε καν σ’ εμας
η ποίηση είναι δειλία
κανένας ουσιώδης λόγος
δεν φτιάχτηκε να συγκινεί
τίποτα δεν αποκαλύπτει η ποίηση
πέρα από το ψέμα του ποιητή
(σε αυτό είναι τουλάχιστον αληθινή)
κι όσοι καμώνονται αλλιώτικα πως γίνεται
ας βγουν γυμνοί και ματωμένοι από τις λέξεις
αφήνοντας τις ψεύτικες πληγές απ’ το μελάνι
εκείνος που πονάει αληθινά δεν γράφει.

YΠΕΡΒΑΣΗ
Και λέω να φύγω/ αλλά ο κόσμος μικρός / κατά τι ευρύτερος απ’ τις δυο μου πατούσες/ και ο ουρανός μου  σεντόνι λευκό  σε κάτι κόκκινα σύννεφα/ Λέω να φύγω/ στο μετέωρο βήμα του κενού  που εμπρός μου απλώνεται/ Τολμώ, ότι τελειώνει με ατελέσφορο τέλος/ Της καρδίας μου οι σφυγμοί μετρήσανε της πτώσης τον ίλιγγο/  και σώπασαν με ένα χτύπο κι ένα πόνο ανεπαίσθητο/  Αν με ρωτάτε,  δεν ευθύνομαι εγώ  για τον κόσμο τούτο/  Στο ένα πόδι κουτσό που με βάζανε  οι δάσκαλοι να μάθω, δεν έμαθα! / Αν πνιγμένος στο αίμα μου κατάλαβα κάτι/ Πως αξίζει  το κόσμο το μικρό  που μου δόθηκε να υπερβώ.

 

ΠΑΡΑΔΟΞΟ
Πες στους ανθρώπους “νοιώθω μόνος”

και θα σου πούνε “μα έχεις κοντά σου τόσους ανθρώπους ”

 

Πες στους ανθρώπους “νοιώθω τρελός”

δεν θα σου πούνε ποτέ “μα έχεις κοντά σου τόσους τρελούς”

 

Οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πως η μοναξιά δεν έχει τίποτε να κάνει με τους άλλους, ενώ η τρέλα έχει να κάνει τόσα πολλά.

 

ΔΥΟ ΠΛΑΤΕΙΕΣ
Δυο πλατείες που τις ενώνει ένας δρόμος. Περπατούν οι ποιητές φιλοσοφώντας πάνω κάτω, αλλάζουν ρούχα, προσωπεία οι ποιητές καθώς κινούνται προσαρμόζουν αναλόγως το ύφος τους. Να μην ξεχάσουν να ξύσουν τα μολύβια τους ποτέ δεν ξέρεις που θα τους βρει- αναπάντεχα – η έμπνευση.

 

ΝΕΚΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

Ι.

Ως φθόγγος αναχωρεί
η  ψυχή των  λέξεων

των λέξεων 

-που έχουν ψυχή


ΙΙ.
και ως πέτρα

το σώμα 

τους πέφτει 

ασάλευτο 

βαρύ

 

ΙΙΙ.

Το σώμα 

των λέξεων

που είχαν  ψυχή

 

IV.
Το άψυχο βέβαια κι αυτό 
μια λέξη είναι


V.
όπως λέξη είναι

και το άδειο

το κενό

το άπνοο

 

μα αυτές  είναι λέξεις εξορισμού νεκρές

 

και οι άνθρωποι 

αποφεύγουν γενικά να   μιλούν 

με λέξεις έμψυχες 



Είναι  τα στόματα τους γεμάτα

με απολιθώματα απο δαύτες 

 

πάνω τους σκοντάφτει η γλώσσα 

και τσακίζεται.

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ
Εγώ δεν είμαι ποιητής
[δεν διακατέχομαι απ’ τη
σαγήνη των λέξεων
και τον αχαλίνωτο ερωτισμό
της ομοιοκαταληξίας]
Εγώ δεν είμαι ποιητής
δεν έχω πρόθεση κρυφή να καταχρώμαι
τίτλους επίζηλους κι επώδυνους άλλων
αλήθεια
δε κόπιασα τα έργα μου
δε μόχθησα
δε χάθηκα απ’ τον κόσμο για να γράψω
δεν είχα όνειρο ποτέ μου να γίνω ποιητής
[αν θέλετε, δεν είχα και το ανάλογο ταλέντο]
εγώ δεν είμαι ποιητής
αν σας αρέσει να με κρίνετε ως τέτοιον
δεν με πειράζει αληθινά
εγώ ένα τρόπο έψαχνα για να μιλώ τ’ αμίλητα της ψυχής
για όσα θα ήθελα να πω αλλά δε βρήκα τρόπο
ή το κουράγιο να παραδεχθώ
πως άνθρωπος στ’ ανθρώπινα είμαι
δεν είμαι ποιητής
δεν απευθύνομαι στους ανθρώπους εν γένει 
σε δυο, τρεις, πέντε το πολύ απευθύνομαι 
λέγοντας τους
είμαι εδώ
για σένα γράφω
νοιάζομαι
συγνώμη, έκανα λάθος
μη  φοβάσαι
κοίταξε με ίσα στα μάτια
εξέθεσε τον εαυτό σου
τόλμησε
χέσε τους επαΐοντες και τους άλλους
εγώ ξέρω τι αξίζεις
και πως έφτασες ως εδώ
ζήσε, τόλμησε
σήκωσε το κεφάλι σου
[καμία ποίηση δεν είναι εξάλλου αυτοσκοπός
…]
το κάνω κι εγώ,
κοίταξε με
ευτελίζομαι ως ποιητής
στην κριτική τους εκτείθεμαι
αλλά αποκτώ αξία στα μάτια σου
κι αν τούτο δω είναι ποίημα
ποσώς με νοιάζει
με νοιάζει να έφτασε το μήνυμα μου
σ’ έσενα που το διαβάζεις
αυτό με νοιάζει
Εγώ δεν είμαι ποιητής

Η ΧΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Ρυτιδιασμένες μέρες

απλωμένες σε ολόλευκα

σεντόνια νοσοκομείου,

ψυχή που παραβαίνει τους κανονες

που παραβαίνει τη σκλαβιά της 

και οτι -άλλο- αναμένουμε
από εκείνη να γίνει. 

 

Οι μέρες σταφιδιαζουν

έξω απ’ το σκοτάδι τους, 

ο ήλιος απομυζεί τη νιότη

κι ο χρόνος που τρομάζει
πιοτερα απο τρόμος η ίδια

η αγάπη

 
αχ! αυτή η αγαπη

η αυστηρά δοσολογούμενη

σε σκόνη
σε υγρό
σε εκνέφωμα
η αγάπη η χορηγούμενη άπαξ

κι η αγάπη επί ένα 
η αγάπη επί δύο 

(προ φαγητού

με άδειο στομάχι)

η αγάπη 

επί τίποτα

 

ολη αυτή η επιτηρούμενη αγάπη 
σε  ανοιγμένα στόματα

ολη η αγάπη η  χρωστική
που βάφει ουράνιο τόξο
τους κυνόδοντες

απέναντι απ’  ένα ρολόι

μόνιμα κολλημένο

το κάθε  βλέμμα

κι ενα  χασμουρητό

έξω απ την πόρτα γράφει
εντός πωλείται νοιάξιμο.

 

Πικρό, σα γέλιο
καταπίνεται αυτούσιο
/το χάπι που εκρήγνυται
στα σπλάχνα/
η αγάπη όπως κυλάει
στο αίμα το επιούσιο
η αγάπη η  δραστική
κι η αγάπη ως έκδοχο
με οδηγίες χρήσεων.

 

Όχι αγκαλιά μωρέ
προσέξτε με
/απαγορεύεται
ρητά απ’ τους κανόνες/
όχι αγκαλιά
είναι επικίνδυνο
μπορεί να νιώσουμε…

ΕΡΩΤΙΚΟ
Για να σε ερωτευτώ,
δεν χρειάζεται να είσαι η πιο όμορφη
ή η πιο έξυπνη
Χρειάζεται να σε ερωτευτώ
Για να σε ερωτευτώ,
δεν χρειάζεται να είσαι κάτι άλλο απ’ ότι είσαι
ούτε να κάνεις κάτι διαφορετικό από ότι κάνεις
ούτε να είσαι αληθινή ή υποκρίτρια
ούτε να σε γνωρίσω χρειάζεται
ακόμη κι αν δεν σε δω ποτέ
μπορώ να σε ερωτευτώ
όπως ερωτεύονται οι τυφλοί
-με την αφή-
όπως ερωτεύονται τα πουλιά
-με το κελαΐδισμα-
όπως ερωτεύονται τα σκυλιά
-με την οσμή-
όπως ερωτεύονται τα δελφίνια
οι κεραυνοί
οι νότες
Για να σε ερωτευτώ
δεν χρειάζεται να με ερωτευτείς
μπορούμε κάλλιστα να υπάρχουμε
-ερωτευμένοι ή μη –
χωρίς να μάθουμε ποτέ ο ένας για τον άλλο
μπορεί να ζούμε σε χώρες μακρινές
ή ακόμη και εμπόλεμες
μπορεί να ζούμε σε διαφορετικές εποχές
να είμαστε ζωντανοί ή νεκροί κι οι δυο μας
ή ο ένας από εμάς να αγαπάει μια χούφτα χώμα
κι ο άλλος ένα σύννεφο
ή μπορεί απλά να είμαστε το λευκό του χαρτιού κι η μελάνη
τα γράμματα και τα κενά ανάμεσα τους
δυο σκέψεις που πήγαν μαζί παρακάτω
ή που μαζι κατέληξαν στο κάλαθο των άχρηστων.
Για να σε ερωτευτώ,
μπορεί να σε πλάσω με ιδέες ή με λέξεις
και να αγαπήσω κάθε ερωτηματικό,
κάθε πρόθεση και κάθε αντωνυμία της ζωής σου,
όπως θέλησα εγώ να σε πλάσω
ως πλάσμα υπαρκτό ή ως χίμαιρα
ως άστρο που χάθηκε το ξημέρωμα
ως κάτι που ποθώ
ή ως κάτι που νοσταλγώ
ως σώμα και πρόθεση
ως αφαίρεση
ως πινελιά σε καμβά
ως στίχο ετούτου δω του πονήματος.
Για να σε ερωτευτώ,
δεν χρειάζεται να σε ερωτευτώ ως κάτι διάφορο
απ’ ότι ο έρως στην ψυχή μου φτιάχνει,
αυτό μονάχα!
Και αν με ρωτήσεις για ποια γράφτηκε το ποίημα αυτό
H απάντηση είναι φυσικά
Για σένα.

 

ΑΤΙΤΛΟ Μ
Eκδίδομαι ενσώματος
ένα άδειο κέλυφος του πνεύματος μου
εκ ποιούμαι ακρωτηριασμένος
στα δάχτυλα που με διπλώνουν
(για λόγους ενθύμησις)
το βίος μου όλο
μια βαλίτζα περιττά ρούχα
παρακρατώ την  ψυχή μου 
καθώς ξεφυλλίζετε
το άρτι αγορασθέν περίβλημα μου.

ΤΟΙΧΟΙ ΟΔΥΝΗΣ
Αγέρας πυκνός
αγέρας λίγος
σφίγγει τη καρδία
το στήθος
ανάσα κάματος
με αρρωσταίνει
σωπαίνει ο κούκος
ο χρόνος μακραίνει
σκιάχτρα φριχτά
απ’ το παρελθόν μου
ταβάνια χαμηλά
που όλο σιμώνουν
της νύχτας σιγαλιά
που ακούω καθαρά
τους χτύπους εντός μου
δεν με έχτισαν τοίχο ψηλό ανεπαισθήτως
κι ας λέει αλλιώς ο ποιητής.

ΧΡΕΗ
Θα ‘ρθει η ώρα
να πληρώσω
κι όλα θα πληρωθούν
στο ακέραιο
ότι χρωστάω,
σε όσα σώματα
σε όσες ψυχές
και ήλιους,
σε όσες παραλίες
τ’ απομεσήμερου
όλα θα πληρωθούν
κατά πως πρέπει
το σώμα με ψυχή
η ψυχή με ήλιο
ο ήλιος με παραλίες
τ’ απομεσήμερου
όλα θα πληρωθούν.

Α-ΜΟΡΦΗ
Αν ήμουν ζωγραφος
θα σε φιλοτεχνούσα
ως μια γραμμή
χρώματος μαύρου
σε μαύρο φόντο
κανείς να μην μπορεί
να διακρίνει την μορφή σου
κανείς,
μήτε κι εγώ!

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Αλληλουχία σταυρώσεων
με έπαθλο μια επαμφοτερίζουσα
ανάσταση.
Σωτηρία που καρφώνεται
στο εκκρεμές σαρκίο.
Μην αιτηθείς ουδέν
λιγότερο.
Αφέσου στην αγάπη να σε σκοτώσει.

ΕΛΛΕΙΨΗ
Ως ατελής υπάρχω. Και είναι η έλλειψη
που με βοηθάει να αντιληφθώ,
πως αδειάζοντας αισθάνομαι γεμάτος.
Σαν το νερό της στέρνας
που περιμένει τα ρουθούνια των διψασμένων αμνών.
Το νερό στερεύοντας πραγματώνεται.
Κατά τον τρόπο που πραγματώνεται η αγάπη.
Κι ο ουρανός δεν ωφελεί να είναι
διαρκώς λαμπερός. Παρότι κάτι τέτοιες διαφάνειες
τέρπουν την ψυχή, η ζωή χρειάζεται
τα μαύρα σύννεφα της βροχής.
Τα λουλούδια, τα κοτσύφια, το στάρι,
θα ζήσουν μετά την καταιγίδα.
Θα ζήσουν μέσα απ’ την καταιγίδα.
Τα πιο αφιλόξενα μέρη είναι εξάλλου
εκείνα που λούζονται αέναα στο φως.

ΑΝΤΙΟ

Δεν γύρισα ποτέ μου πίσω
ν’ ανοίξω πόρτα σε ένα αντίο
τ’ ανέμου σκόνη ο καιρός
βαδίζω εμπρός
να είμαι σκληρός μπορεί
μα εγώ το δίκιο το γνωρίζω.

Αντίο για με σημαίνει,
υπογραφή στον πάτο του εγγράφου
το τελευταίο φιλί σε μάτια σφαλισμένα
μια χούφτα χώμα στο υποστέλλων σώμα
ένα μαντήλι σε στάση λεωφορείου
το χελιδόνι του έσχατου φθινοπώρου.
Αντίο σημαίνει θάνατος για μένα.

Μα πιο βαριά ηχεί σαν λέξη
γιατί είναι ανοιχτή σε αναιρέσεις
σε σκέψεις δεύτερες
σε όλες εκείνες τις – άτοπες- συγνώμες
τις μεταμέλειες.

Ειν’ άψυχες μορφές ωσάν γυρίζουν

απ’ το μακρύ της λησμονιάς ταξίδι

και σου ζητούν να πιουν απ’ την ζωή σου

αίμα της μνήμης καθαρό να ζωντανέψουν

Αντίο σημαίνει θάνατος για μένα

12-1-1994

Λόγια, λόγια
και ιστορίες ανούσιες,
θυμόμαστε πάντα
όσα ακριβώς

χρειάζεται η λήθη μας

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΗΛΥΚΟ

Από όλα της ζωής τα θηλυκά. 

Την ευτυχία, τη μέθεξη, την οίηση.

Ας είναι να  σφραγίσει  η πλήρωση, 

τα μάτια μου οριστικά

 

Η ΜΑΧΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΦΘΟΡΑ 

Αν καταφέρω να σταυρωθώ απο τις λέξεις 

Κερδίζω -κάποιου βαθμού-  αθανασία

Περιμένοντας μέρες τρεις

Όπως μετράει η ποίηση  το χρόνο 

ΣΙΔΗΡΟΥΝ ΠΑΡΑΠΕΤΑΣΜΑ

Σιδηρούν παραπέτασμα

όρθωσε  η ιστορία,

απέναντι σε κάθε ιδέα 

που επιχείρησε να αποδράσει, 

του ασφαλούς κόσμου 

των ιδεών

 

ΩΡΙΜΑΖΟΝΤΑΣ

Απο τη νιότη μας

δυο πράγματα μας  λείπουν 

μονάχα

όσα δεν κάναμε

και όσα κάναμε

ΜΟΡΦΟΓΕΝΕΣΙΣ

Η πεταλούδα είναι η κάμπια
η πτήση είναι η χαμέρπεια

[διαφορικών χρονικών συγκειμένων]

εν αναμονή μιας άνοιξης νομοτελειακής

ο φαινοτυπικός θάνατος
της οντολογικής επιβίωσης

έτερα, ποιητικά αίτια επικαλούνται
τη βούληση του υποκειμένου

η πεταλούδα νοσταλγούσα

την χαμέρπουσα φύση της
και η ονείρωξη της ιπτάμενης κάμπιας
ενδελεχώς ετεροχρονισμένες

μορφοποίηση, ως διαλεκτική του σχήματος με το πλαίσιο, και το εν υπάρχων κενό
πληρώνεται αυθαίρετα
υπηρετώντας την κατανόηση

πλανημένη νοητή συμπύκνωση
αληθής α- νόητος κατακερματισμός
και ως όλον ο κόσμος γίνεται
εν- μορφος αλλά ψευδής

λιθάρια σε λιθάρια
πάνω απ’ τους ποταμούς
του ρέοντος χρόνου
-σε λέξεις πέτρινες-
διασχίζουμε την ύπαρξη

είναι, ως χώρος
είναι ως α- διαφάνεια
ενδιαμέσως απουσία που συγκρατεί

και συνδέει 

είναι ως είμαστε ή είμαστε ως είναι
(δεν ισχύει η αντιμεταθετική ιδιότητα)

είναι ως ψευδαίσθηση
ως ά-χρονο
και εκτεινόμενο στα νέφη
του α-υλου, είναι

ειναι ως ουτοπια
είναι εις αναστολή
(ως μεταβατικό είναι)
προς το είναι του δια-χρονου
και του ά-τοπου

είναι ως ύπαρξη
εν-υπ- άρχω
ως αναγωγή στο είναι
ενός είναι υπέρτερου

είναι ως διάχυση
υπ- άρχω
ως αναγωγή
στο είναι ενός είναι αλλότριου

Υπάρχει τόπος πέρα απ’  το είναι,
αλλά όχι έξω απ΄το είναι.
Το είναι, είναι!

ΕΝΟΧΗ
Σαν το καράβι που σαλπάρει/ μα έχει τον κάβο του δεμένο/ και ανοίγεται για τις μεγάλες θάλασσες και σέρνει/ ανθρώπους, σπίτια, δρόμους και  εικόνες/ με ότι αγάπησε και πόνεσε -του λιμανιού- ν’ αφήσει/ γυρνοβολάει χρόνια το καράβι/ σε θάλασσες  μακρινές όσο το μήκος του σκοινιού του

 

ΟΞΥΜΩΡΟ
Καθώς  όφειλα να σε ξεθάψω,
σκάβοντας με τα γυμνά μου χέρια,
ανάμεσα στις φιλοβόλες  λέξεις,
ενός αειθαλούς ποιήματος

 

ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ
Έχουμε όνειρα – ανείπωτα-
στο σημαινόμενο του ύπνου μας,
έχουμε κι όνειρα – άλλα –
αφημένα στο σημαίνον της λογικής,
κι ονειρευόμαστε με σκέψεις
καθώς σκεφτόμαστε με όνειρα

 

ΑΝΑΙΜΙΚΟ

Δεν είμαι ξύλο καρυδιάς σε τζάκι, ένα σορό από στάχτη σ’ ένα εκπνέων κάρβουνο υπήρξα, που με φύσηξαν αέρηδες ανθρώποι  και με σκέπασαν με ξεραμένα φύλλα για ν’ ανάψω,   αναιμικής φωτιάς -το λιγοστό της φως- και θέρμη  ισα,  να ξεπαγώνουν  τα χέρια τους  οι διαβάτες  και να διαβάζουν  ενίοτε  στο σκοτάδι

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ

Διαβάζεις απ’  την σελίδα του παρόντος/ αριστερόστροφα το βιβλίο των πεπραγμένων / ακολουθώντας τα νήματα των αιτιατών που ερμηνεύουν τα αίτια τους / καταλήγοντας -μοιραία- σε λανθασμένα συμπεράσματα / ορθών συσχετισμών των γεγονότων με τα πρόσωπα της ζωής σου