20 Μαρτίου, 2022

Η επιστήμη της ανθεκτικότητας

Η μείωση των επιπτώσεων των δυσμενών εμπειριών (Adverse Childhood Experiences) στην υγιή ανάπτυξη των μικρών παιδιών είναι ζωτικής σημασίας για την πρόοδο και την ευημερία οποιασδήποτε κοινωνίας. Ωστόσο, δεν βιώνουν όλα τα παιδιά μόνιμη βλάβη ως αποτέλεσμα των δυσμενών πρώιμων εμπειριών τους. Κάποια παιδιά  μπορεί να επιδείξουν “ανθεκτικότητα“, ή μια προσαρμοστική απάντηση σε σοβαρές δυσκολίες. Μια καλύτερη κατανόηση του γιατί μερικά παιδιά τα πάνε καλά παρά τις πρώιμες αντιξοότητες είναι σημαντική επειδή μπορεί να μας βοηθήσει να σχεδιάσουμε πολιτικές και προγράμματα ικανά να βοηθήσουν  περισσότερα παιδιά να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους.

Ένας τρόπος για να κατανοήσουμε  την ανάπτυξη της ανθεκτικότητας είναι η απεικόνιση μιας κλίμακας ισορροπίας  (βλ. εικόνα παρακάτω). Οι προστατευτικές εμπειρίες και οι προσαρμοστικές δεξιότητες από τη μία πλευρά αντισταθμίζουν σημαντικές αντιξοότητες από την άλλη. Η ανθεκτικότητα είναι εμφανής όταν η υγεία και η ανάπτυξη ενός παιδιού είναι στραμμένες προς τη θετική κατεύθυνση, ακόμη και όταν ένα βαρύ φορτίο παραγόντων στοιβάζεται στην αρνητική πλευρά.

 Η κατανόηση όλων των επιρροών που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την κλίμακα προς τη θετική κατεύθυνση είναι ζωτικής σημασίας για την κατάρτιση αποτελεσματικότερων στρατηγικών για την προώθηση της υγιούς ανάπτυξης ενόψει των σημαντικών αντιξοοτήτων που αντιμετωπίζουν τα συγκεκριμένα παιδιά.

Όταν οι θετικές εμπειρίες υπερτερούν των αρνητικών εμπειριών, η «κλίμακα» ενός παιδιού γέρνει προς την πλευρά των  θετικών  αποτελεσμάτων

When positive experiences outweigh negative experiences, a child’s “scale” tips toward positive outcomes. Credit: Center on the Developing Child.

Η ανθεκτικότητα απαιτεί υποστηρικτικές σχέσεις και ευκαιρίες για την ανάπτυξη δεξιοτήτων.

Ανεξάρτητα από την πηγή των δυσκολιών, ο πιο κοινός παράγοντας για τα παιδιά που τα πάνε εντέλει καλά, είναι η υποστήριξη τουλάχιστον μιας σταθερής και αφοσιωμένης σχέσης με έναν γονέα, φροντιστή ή άλλο ενήλικα. Αυτές οι σχέσεις είναι το ενεργό συστατικό για την οικοδόμηση ανθεκτικότητας: παρέχουν την εξατομικευμένη ανταπόκριση, τα θεμέλια  και την προστασία που μπορούν να εμποδίσουν τα παιδιά από την ανάπτυξή ψυχολογικών  διαταραχών.

Οι σχέσεις βοηθούν επίσης τα παιδιά να αναπτύξουν βασικές ικανότητες — όπως η ικανότητα σχεδιασμού, η παρακολούθηση και ρύθμιση  της συμπεριφοράς και η προσαρμογή  στις μεταβαλλόμενες συνθήκες — που τους επιτρέπουν να ανταποκρίνονται καλύτερα στις αντιξοότητες που αντιμετωπίζουν.

Αυτός ο συνδυασμός υποστηρικτικών σχέσεων, προσαρμοστικής ανάπτυξης δεξιοτήτων και θετικών εμπειριών αποτελεί τη βάση της ανθεκτικότητας.

Η ανθεκτικότητα προκύπτει από μια δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ εσωτερικών προδιαθέσεων και εξωτερικών εμπειριών.

 

Τα παιδιά που τα πάνε καλά απέναντι σε σημαντικές δυσκολίες συνήθως δείχνουν κάποιο βαθμό φυσικής αντίστασης στις αντιξοότητες και διατηρούν  ισχυρές σχέσεις με τους σημαντικούς ενήλικες στην οικογένεια και την κοινότητά τους. Πράγματι, αυτή η αλληλεπίδραση μεταξύ βιολογίας και περιβάλλοντος είναι που χτίζει τις ικανότητες να αντιμετωπιστούν οι  αντιξοότητες και να ξεπεραστούνε οι  απειλές για την υγιή ανάπτυξη.

Η ανθεκτικότητα, επομένως, είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού προστατευτικών παραγόντων.

Ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά ούτε το κοινωνικό περιβάλλον από μόνα τους είναι πιθανό να παράγουν θετικά αποτελέσματα για τα παιδιά που βιώνουν παρατεταμένες περιόδους τοξικού στρες.

Η εκμάθηση της αντιμετώπισης διαχειρίσιμων απειλών για τη σωματική και κοινωνική μας ευημερία είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη ανθεκτικότητας.

Δεν είναι όλο το άγχος επιβλαβές. Υπάρχουν πολλές ευκαιρίες στη ζωή κάθε παιδιού να βιώσει διαχειρίσιμο άγχος – και με τη βοήθεια υποστηρικτικών ενηλίκων, αυτό το “θετικό άγχος” μπορεί να είναι ευεργετικό. Με την πάροδο του χρόνου, τόσο το σώμα μας όσο και ο εγκέφαλός μας αρχίζουν να αντιλαμβάνονται αυτούς τους στρεσογόνους παράγοντες ως όλο και πιο διαχειρίσιμους και σταδιακά γινόμαστε ικανότεροι  να αντιμετωπίσουμε τα εμπόδια και τις δυσκολίες της ζωής, τόσο σωματικά όσο και διανοητικά. Ωστόσο, όταν οι αντιξοότητες καθίστανται  συντριπτικές και οι υποστηρικτικές σχέσεις δεν είναι διαθέσιμες, το άγχος μετατρέπεται σε τοξικό και “ανατρέπει την κλίμακα” προς τα αρνητικά αποτελέσματα.

Μερικά παιδιά ανταποκρίνονται με πιο ακραίους τρόπους τόσο σε αρνητικές όσο και σε θετικές εμπειρίες.

Αυτά τα εξαιρετικά ευαίσθητα άτομα παρουσιάζουν αυξημένη ευπάθεια σε αγχωτικές συνθήκες, αλλά ανταποκρίνονται με εξαιρετικά θετικούς τρόπους σε περιβάλλοντα που παρέχουν ζεστασιά και υποστήριξη. Ως εκ τούτου, τα προγράμματα που παρέχουν αποτελεσματικά ανταποκρινόμενες σχέσεις σε παιδιά που αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες μπορεί να δουν δραματικές (προς την θετική κατεύθυνση) ανατροπές στα ίδια τα παιδιά που φαίνεται να είναι “ικανά μόνο για  το χειρότερο”.

Η ανθεκτικότητα μπορεί να αναπτυχθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά νωρίτερα είναι καλύτερα.

Τα άτομα δεν χάνουν ποτέ εντελώς την ικανότητά τους να βελτιώσουν τις ικανότητές τους στην αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων  και συχνά μαθαίνουν πώς να προσαρμόζονται στις νέες προκλήσεις. Ο εγκέφαλος και άλλα βιολογικά συστήματα είναι πιο προσαρμόσιμα νωρίς στη ζωή και η ανάπτυξη που συμβαίνει τα πρώτα χρόνια θέτει τα θεμέλια για ένα ευρύ φάσμα ανθεκτικών συμπεριφορών. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα διαμορφώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής από τη συσσώρευση εμπειριών –τόσο καλών όσο και κακών– και τη συνεχή ανάπτυξη προσαρμοστικών δεξιοτήτων αντιμετώπισης που συνδέονται με αυτές τις εμπειρίες. Αυτό που συμβαίνει νωρίς μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία, αλλά ποτέ δεν είναι αργά για να οικοδομήσουμε ανθεκτικότητα.

Επιπτώσεις στην πολιτική και την πρακτική

Οι δυνατότητες που στηρίζουν την ανθεκτικότητα μπορούν να ενισχυθούν σε οποιαδήποτε ηλικία. Οι κατάλληλες για την ηλικία δραστηριότητες που έχουν εκτεταμένα οφέλη για την υγεία μπορούν επίσης να βελτιώσουν την ανθεκτικότητα. Για παράδειγμα, οι τακτικές πρακτικές σωματικής άσκησης και μείωσης του στρες, καθώς και τα προγράμματα που χτίζουν ενεργά την εκτελεστική λειτουργία και τις δεξιότητες αυτορρύθμισης, μπορούν να βελτιώσουν τις ικανότητες των παιδιών και των ενηλίκων να αντιμετωπίσουν, να προσαρμοστούν και ακόμη και να αποτρέψουν τις αντιξοότητες στη ζωή τους. Οι ενήλικες που ενισχύουν αυτές τις δεξιότητες από μόνοι τους μπορούν να διαμορφώσουν θετικές συμπεριφορές για τα παιδιά τους, βελτιώνοντας έτσι την ανθεκτικότητα της επόμενης γενιάς.

Μπορούμε να αποτρέψουμε τις περισσότερες μορφές σοβαρών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν τα μικρά παιδιά και οι γονείς τους.

Οι ακραίες αντιξοότητες, όπως ο πόλεμος ή η περιβαλλοντική καταστροφή, σχεδόν πάντα δημιουργούν σοβαρά προβλήματα που απαιτούν θεραπεία. Τα πιο συνηθισμένα –και αποτρέψιμα– ερεθίσματα του τοξικού στρες σε οικογένειες και κοινότητες περιλαμβάνουν τις συχνά αλληλένδετες απειλές της φτώχειας, του εγκλήματος, των ψυχικών ασθενειών, της κατάχρησης ουσιών, των διακρίσεων και της κοινοτικής βίας. Οι στρατηγικές που δημιουργούν ικανότητες για παιδιά και ενήλικες λειτουργούν καλύτερα όταν ενσωματώνονται σε συμπληρωματικές πολιτικές που μειώνουν συλλογικά το βάρος του άγχους στις οικογένειες. Για παράδειγμα, τα προγράμματα κατ’ οίκον επίσκεψης που καθοδηγούν νέους γονείς για το πώς να αλληλεπιδρούν θετικά με τα παιδιά θα μπορούσαν να συντονιστούν με θεραπευτικές παρεμβάσεις για την κατάχρηση ουσιών, την αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας και την υψηλής ποιότητας πρώιμη φροντίδα και εκπαίδευση.

Source: Center on the Developing Child (2015). The Science of Resilience (InBrief). Retrieved from www.developingchild.harvard.edu.

Απόδοση και επιμέλεια κειμένου: Κ. Δ. Μπλέτσος

You may also like...