Διαχείριση της απώλειας σε παιδιά και εφήβους

Διαχείριση της απώλειας σε παιδιά και εφήβους
  1. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Ο θάνατος ως βιολογικό φαινόμενο, το οποίο προσδιορίζεται από την παύση της λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού, ανήκει στο χώρο των φυσικών επιστήμων. Ως κοινωνική όμως παράσταση αποτελεί αντικείμενο ενασχόλησης των κοινωνικών επιστημών και ιδιαίτερα της κοινωνιολογίας. Στο πλαίσιο μιας κοινωνιολογικής ανάλυσης αυτό το οποίο προκαλεί φόβο στο υποκείμενο δεν είναι ο βιολογικός θάνατος, ο θάνατος δηλαδή καθαυτός, αλλά η κοινωνική παράσταση του θανάτου την οποία έχει το άτομο.

«Εάν εγώ πέθαινα εδώ και τώρα επί τόπου χωρίς πόνους, αυτό δεν θα ήταν για μένα τον ίδιο καθόλου φοβερό. Δεν θα υπήρχα πλέον και επομένως δεν θα μπορούσα να αισθανθώ κάποιο τρόμο. Τρόμο και φόβο μπορεί να προκαλέσει μόνο η παράσταση του θανάτου στη συνείδηση των ζώντων. Για τους νεκρούς δεν υπάρχει ούτε φόβος, ούτε χαρά».

Συνεπώς, πέρα από βιολογική κατάσταση ο θάνατος αποτελεί μια ιδεολογικά, πολιτισμικά και ιστορικά διαμορφωμένη κοινωνική κατασκευή. Ο θάνατος αποτελεί μια κοινωνικά κατασκευασμένη ιδέα. Οι φόβοι, οι ελπίδες και οι προσανατολισμοί τους οποίους έχουν τα άτομα σχετικά με το θάνατο δεν είναι έμφυτοι, αλλά διδάσκονται μέσω των δημοσίων συμβόλων όπως η γλώσσα, οι τέχνες, καθώς και τα θρησκευτικά και νεκρώσιμα τελετουργικά του κάθε πολιτισμού. Ο κάθε πολιτισμός έχει μια συμπαγή άποψη για τη θνησιμότητα, η εξήγηση της οποίας για το θάνατο έχει εμποτίσει τόσο πολύ τον κοινωνικό ιστό, ώστε θεωρείται αληθινή από τα μέλη αυτής της κοινωνίας. Κάθε κοινωνική αλλαγή συνοδεύεται από τροποποιήσεις αυτών των νοημάτων και των τελετουργικών οι οποίες αναφέρονται στο θάνατο. Η υποκειμενική αυτή αντίληψη μετατρέπεται τελικά σε αντικειμενική άποψη. (Αλεξιάς, 2000)

Διαμορφώνεται με αυτόν τον τρόπο η γενικότερη στάση την οποία αναπτύσσει η κάθε ιστορική κοινωνία απέναντι στο θάνατο ως αντικειμενική πλέον κατηγορία και όχι ως κοινωνική κατασκευή. Το κάθε άτομο ενσωματώνει αυτή τη συλλογική κοινωνική κατασκευή για το θάνατο και διαμορφώνει τη δική του ατομική στάση απέναντι στο θάνατο του και το θάνατο των άλλων.

1.1 Ο θάνατος στο πέρασμα τον χρόνου

Ο Ήρεμος Θάνατος: Η πρώτη μορφή θανάτου που κυριαρχεί είναι αυτή του ήρεμου, του εξημερωμένου, θανάτου. Το κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου κατά την οποία κυριαρχεί αυτή η μορφή θανάτου είναι ότι ο θάνατος αντιμετωπίζεται ως «φυσικό γεγονός». Το άτομο, ο ίδιος ο μελλοθάνατος, είναι γνώστης τού τι πρόκειται να συμβεί. Βλέπει τα σημάδια και ξέρει πως θα πεθάνει. Είναι ο κυρίαρχος, ο κύριος του θανάτου του. Ως πρώτο στοιχείο αυτής της περιόδου κυριαρχεί η οικειότητα του μελλοθάνατου με το θάνατο του. Δεύτερον, υπάρχει η δημοσιοποίηση του θανάτου. Ο θάνατος αποτελεί μια δημόσια τελετή την οποία ο ίδιος ο ετοιμοθάνατος οργανώνει. Αυτός προσδιορίζει πώς θα γίνει η διαδικασία, έχοντας ενεργή συμμετοχή στο θάνατο του. Όπως αποτυπώνεται σε έργα της περιόδου αυτής, μέσα στο δωμάτιο του νεκρού υπήρχαν ένα πλήθος από παιδιά καθώς και πολύ κόσμος. Ο θάνατος ήταν οικείος στους ζωντανούς, αποτελούσε ένα κοντινό, όχι εξαιρετικά σημαντικό, συμβάν. Ο θάνατος ήταν ένα από τα στοιχεία που συγκροτούσαν την καθημερινή ζωή. Ο θάνατος ως ο κυρίαρχος νόμος αποτελούσε αναπόφευκτο γεγονός. Η οικειότητα αυτή συνδεόταν με τη συλλογική μοίρα. Οι άνθρωποι ταυτίζονταν μεταξύ τους και με τη φύση, συνεπώς αποδέχονταν ότι με το θάνατο συνέβαινε και σε αυτούς ότι συνέβαινε ως γενικός νόμος στην υπόλοιπη φύση. Η τελετουργία της κηδείας είχε έναν απλό χαρακτήρα χωρίς υπερβολική συγκίνηση εκ μέρους των συγγενών και δεν αποκτούσε δραματική χροιά, διατηρώντας το χαρακτήρα της μετάβασης σε μια άλλη κατάσταση, στον κόσμο των νεκρών. Η οικειότητα με το θάνατο αναδεικνύεται άλλωστε και από τη λειτουργία των νεκροταφείων. Αυτά υπήρχαν τόσο ως περιφραγμένος χώρος ταφής όσο και ως άσυλο, όπου οι καταδιωκόμενοι έβρισκαν και συχνά έκτιζαν κατοικία. Οι ανοικτοί μαζικοί τάφοι, οι οποίοι παρέμεναν έτσι μέχρι να γεμίσουν, οπότε και τους σκέπαζαν, δεν ενοχλούσαν τους ζωντανούς. Τα νεκροταφεία αναπαριστούσαν την αρμονική συνύπαρξη των νεκρών με τους ζωντανούς και συχνά αποτελούσαν χώρους γιορτής και συνάθροισης του πληθυσμού . Η εκκλησία ήταν το δημαρχείο και το κοιμητήριο η κεντρική πλατεία. Στο επίπεδο της τέχνης η στάση αυτή εκφράζεται συμβολικά από τον Ευλαβικό Χορό των Νεκρών. Στο χορό αυτό, η κάθε φιγούρα χορεύει με την αντίθετή της φιγούρα, αυτή του θανάτου της. Ο βασιλιάς χορεύει με ένα πτώμα που φοράει ένα στέμμα, ο χωρικός με ένα πτώμα που κρατάει ένα δικράνι. Ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει μαζί του, με τη μορφή του σώματος του, το θάνατό του και χορεύει μαζί του σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Σε αυτή την περίοδο ο θάνατος αποτελεί ένα αναπόσπαστο, ενδογενές κομμάτι της ζωής.

reproduction d’un fragment de la fresque de l’église St Germain

Ο θάνατος του Εαυτού: Σε ένα δεύτερο στάδιο εμφανίζεται ο θάνατος του εαυτού. Στο σημείο τομής σπάει η έννοια της συλλογικής μοίρας και διαμορφώνεται η έννοια της ιδιαιτερότητας του εγώ-εαυτός. Στο προηγούμενο στάδιο ο θάνατος του καθενός ήταν ίδιος με το θάνατο των άλλων, για το λόγο αυτό άλλωστε και κανένας δεν ανησυχούσε. Τώρα η ιδέα της ατομικής, της προσωπικής κρίσης αρχίζει και αποκτά μια δυσάρεστη όψη. Ώθηση σε αυτήν την εξέλιξη έδωσε η κυριαρχία της εκκλησίας και η εμφάνιση του δόγματος περί της Δευτέρας Παρουσίας ως ημέρας απολογισμού των ατομικών πράξεων. Κάθε άνθρωπος κουβαλάει μαζί του τις καλές και τις κακές του πράξεις, οι οποίες και είναι καταχωρημένες σε ένα βιβλίο που αποτελεί την ατομική μοίρα, την προσωπική ιστορία του καθενός. βάσει του οποίου και θα κριθεί. Κλασικό μοντέλο επάνω στο οποίο αναπτύσσεται η αντίληψη για το θάνατο είναι το μοντέλο του εμπόρου-επιχειρηματία που κρατάει τα λογιστικά του βιβλία. Ο θάνατος αντιμετωπίζεται όχι ως τέλος της ύπαρξης, αλλά ως ο αποχωρισμός από τα περιουσιακά στοιχεία. Εδώ συντελείται το πέρασμα της διαχείρισης του θανάτου από τον ίδιο τον ετοιμοθάνατο και την οικογένειά του στην εκκλησία, ως τον «ειδικό» του θανάτου. Μόλις κάποιος πεθάνει, φεύγει από την οικογένεια και ανήκει πλέον στην εκκλησία. Τη διαχείριση του σώματος, δηλαδή την κηδεία του, αναλαμβάνει η εκκλησία. Οι συγγενείς απλώς ακολουθούν παθητικά. Οι ψαλμοί και οι επαγγελματίες μοιρολογίστρες (φτωχοί) αναλαμβάνουν και αντικαθιστούν το θρήνο των συγγενών. Ο Χριστιανισμός είχε απαλλαγεί από τα σώματα εγκαταλείποντάς τα στα χέρια της εκκλησίας, η οποία τα έστελνε στη λήθη. Ο δημόσιος χαρακτήρας του επιθανάτιου σταδίου εξακολουθεί ακόμα να υφίσταται. Άμεση συνέπεια της έκφρασης της ατομικότητας του εγώ-εαυτός είναι η δημιουργία των ατομικών και όχι πλέον ομαδικών τάφων. Η ατομική ταφόπλακα βγάζει το άτομο από την ανωνυμία. Η ψυχή, η οποία μέσω της προσευχής κερδίζει τη σωτηρία κατά την περίοδο της κρίσης της Δευτέρας Παρουσίας, γίνεται το κυρίαρχο στοιχείο. Σε αυτή τη διαδικασία ο θάνατος θεωρείται μεσοδιάστημα, εφόσον η Δευτέρα Παρουσία αποτελεί τη συνέχιση της ζωής μετά το θάνατο. Επικρατεί πλέον ο Μακάβριος Χορός όπου ο θάνατος δεν αποτελεί το αντίθετο της ζωής, αλλά μια ανεξάρτητη φιγούρα που καλεί όλους τους ανθρώπους. Ο θάνατος από συμβάν που κρατούσε μια ζωή γίνεται γεγονός μιας στιγμής. Το τέλος επισημαίνεται και με την τελετουργία που δε σηματοδοτεί τη μετάβαση στον κόσμο των νεκρών, αλλά το τελείωμα αυτής της ζωής. Στο στάδιο αυτό ο θάνατος αποκτά έναν έντονα συγκινησιακό χαρακτήρα (οπ, σ. 202).

Ο Απομακρυσμένος Θάνατος: Η τρίτη μορφή θανάτου είναι αυτή του απομακρυσμένου θανάτου. Ο θάνατος, ο οποίος κάποτε αποτελούσε δημόσιο, οικείο, καθημερινό φαινόμενο, τώρα εξαφανίζεται και μετατρέπεται σε αντικείμενο ντροπής και απαγόρευσης. Ο άρρωστος δεν κατέχει το μυστικό, τη γνώση της αρρώστιας του και το συγγενικό ή φιλικό του περιβάλλον έχει την τάση να του κρύβει τη σοβαρότητα της κατάστασης του, θεωρώντας ότι έτσι τον προφυλάσσει, ενεργώντας για το καλό του. Οι οικείοι του δεν έχουν το θάρρος να του ανακοινώσουν την αλήθεια, η οποία διαμορφώνεται πλέον ως προβληματική έννοια. Η ζωή θεωρείται ευτυχισμένη ή τουλάχιστον πρέπει να δείχνει τέτοια. Η απόκρυψη όμως του θανάτου δεν συντελείται για την προστασία του αρρώστου, αλλά για την προστασία της κοινωνίας, η οποία επιδιώκει να αποφύγει την πολύ δυνατή συγκίνηση που προκαλεί η αγωνία και η απλή παρουσία του θανάτου σε μια ευτυχισμένη ζωή. Ο θάνατος αποβάλλει το δραματουργικό και συναισθηματικό φορτίο του και κρύβεται μέσα στα νοσοκομεία. Οι πολλοί μικροί θάνατοι, η αντιμετώπιση δηλαδή του θανάτου ως διαδικασίας, έχουν ως αποτέλεσμα να εξαφανισθεί ο θάνατος ως τέτοιος. Οι μικροί σιωπηλοί θάνατοι έχουν αντικαταστήσει και εξαφανίσει τη μεγάλη δραματική πράξη του θανάτου και κανείς πια δεν έχει τη δύναμη ή την υπομονή να περιμένει, εβδομάδες ολόκληρες, για μια στιγμή που έχει χάσει ένα μέρος της σημασίας της. Σε αυτό το πλαίσιο το τελετουργικό του πένθους έχει αποκτήσει ένα φορμαλιστικό χαρακτήρα. Προσδιορίζεται πλέον χρονικά και μαζί του περιορίζονται και οι συναισθηματικές εκδηλώσεις των συγγενών. Υπάρχει ένα κοινωνικά προσδιορισμένο όριο το οποίο θεωρείται ο χρόνος για το θρήνο, όριο πέραν του οποίου οι προσωπικές εκφράσεις του πόνου δε γίνονται αποδεκτές. Αν κάποιος συνεχίσει το θρήνο ως έκφραση της συναισθηματικής του κατάστασης, θεωρείται παθολογικός και περιθωριοποιείται (οπ, σ. 203).

Ο Αστικός- Κλινικός Θάνατος: Σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης της ιατρικής, επικρατεί ο αστικός-κλινικός θάνατος όπου η εξουσία επάνω στο θάνατο δίδεται πλέον στους γιατρούς. Ενώ προηγουμένως ο θάνατος αποφάσιζε για την ώρα της κρίσης, τώρα τη διαδικασία την κινεί η ιατρική που προσδιορίζει πότε αυτός θα επέλθει. Η ιατρική πλέον καθορίζει τι είναι ο θάνατος και πότε επέρχεται, καθώς και τι πρέπει να γίνει για να αποφευχθεί (ιατρικοποίηση της ζωής). Από τη μέχρι τώρα ανάλυση αναδείχθηκε πως στο παρελθόν υπήρχε μια οικειότητα με το θάνατο, η οποία δεν περιέκλειε φόβο ή απελπισία. Η στάση απέναντι στο θάνατο υπήρχε στο πλαίσιο μιας παθητικής αποδοχής και μιας μυστικιστικής εμπιστοσύνης στο Θεό. Ο θάνατος θεωρούνταν απόρροια της μοίρας, επομένως αναπόφευκτος. Αυτό που είχε να κάνει λοιπόν ο ετοιμοθάνατος ήταν να τον αποδεχτεί στωικά σε μια δημόσια τελετουργία στην οποία έπαιζε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η εγκατάλειψη στη μοίρα αναδεικνύει και την αδιαφορία που επικρατούσε απέναντι στις ειδικές μορφές της ατομικότητας. Όλοι οι άνθρωποι θεωρούνταν πως την ίδια πορεία απέναντι στην αναπόφευκτη μοίρα. Με την εμφάνιση της θρησκείας προκαλείται μια αλλαγή στη στάση αυτή. Ο χριστιανισμός προάγει την έννοια της ατομικότητας, ως προϊόν της ατομικής κρίσης απέναντι στο Θεό. Η ατομική αυτή συνειδητοποίηση, η ρωγμή της συνείδησης, η διαμόρφωση του εγώ-εαυτός οδήγησε στη διάσπαση της συλλογικής συνείδησης. Το νεογέννητο Εγώ πρέπει πλέον να αντιμετωπίσει την αναπόφευκτη αλήθεια του θανάτου του. Την ιστορική αυτή στιγμή αυτή εμφανίζεται και ένα ευρύτερο πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών: το πρόβλημα της ανικανότητας να δίνεται στους θνήσκοντες εκείνη η βοήθεια και να τους δείχνεται η συμπάθεια την οποία χρειάζονται όσο τίποτα άλλο στον αποχωρισμό του ανθρώπου τους ακριβώς επειδή ο θάνατος του Άλλου φαίνεται σαν προειδοποίηση του δικού μας θανάτου. Σε αυτό το στάδιο ο θάνατος γίνεται μια τρομερή φιγούρα που απειλεί το συνειδητοποιημένο εγώ-εαυτός το οποίο και προσπαθεί πάση θυσία να τον αποφύγει. Στη σύγχρονη κοινωνία εν τέλει οι άνθρωποι ενεργούν σαν να είναι αθάνατοι. Αποδέχονται βέβαια ότι θα πεθάνουν, αλλά κατά βάθος αισθάνονται αθάνατοι. Παράλληλα χάνουν την κυριαρχία του θανάτου τους. Το γεγονός ότι δεν κυριαρχούν επάνω στο θάνατο δείχνει πως δεν κυριαρχούν και επάνω στη ζωή τους. Από τη στιγμή της γέννησης (νοσοκομείο) κάποιοι άλλοι αποφασίζουν αν το άτομο είναι φυσιολογικό ή παθολογικό (γιατροί), καθώς και το τι μπορεί να κάνει και τι όχι και φυσικά το πώς θα πεθάνει. Ο άρρωστος δεν έχει καν το δικαίωμα να γνωρίζει ότι θα πεθάνει (Αλεξιάς, 2000).

2. ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΡΗΝΟΥ

Ο δεσμός ανάμεσα στο παιδί και το γονιό θεωρείται ο πιο σημαντικός και δυνατός δεσμός μεταξύ των ανθρωπίνων σχέσεων. Όταν πεθαίνει ένας γονιός ή ένα παιδί, δεν είναι μόνο ότι ο πόνος του ατόμου που μένει πίσω είναι έντονος, αλλά η απώλεια αποτελεί πρόκληση για τη μελλοντική ευημερία και ανάπτυξη. Στον πολιτισμό των Yoruba της Νιγηρίας απουσιάζει το κλάμα και κάθε έκφραση θλίψης μετά από απώλειες που θα ήταν αιτία άμεσου θρήνου για τη Δυτική κουλτούρα. Σε χώρες όπου το ποσοστό θνησιμότητας είναι υψηλό, ο θάνατος του παιδιού συνήθως θεωρείται αναπόφευκτος και ο θρήνος δε διαρκεί πάνω από μερικές μέρες. Στις δυτικές όμως κοινωνίες ο θάνατος ενός παιδιού είναι αφύσικος και οδηγεί σε πολύπλοκες, έντονες και παρατεταμένες συνέπειες. Όταν οι γονείς στη Δύση χάνουν ένα παιδί, χάνουν την ελπίδα για το μέλλον, το νόημα της ζωής τους και αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως άδικο και εκτός ελέγχου καθώς αντιστρέφεται η φυσιολογική τάξη της φύσης. Οι γονείς ψάχνουν απαντήσεις στο ερώτημα «γιατί» στην προσπάθεια να ξαναδημιουργήσουν ένα κόσμο με νόημα. Ωστόσο, σημειώνεται ότι και στους δυτικούς πολιτισμούς ιδιαίτερα σε καιρούς που η βρεφική θνησιμότητα ήταν αυξημένη ο θρήνος για το θάνατο ενός βρέφους δεν ήταν τόσο έντονος όσο είναι σήμερα. Και αυτό γιατί σήμερα έχουμε την προσδοκία ότι τα μικρά παιδιά θα επιβιώσουν ως την ενηλικίωση και δεν θα πεθάνουν πριν τους γονείς τους. Στο Πόρτο Ρίκο το παιδί ντύνεται στα λευκά και βάφεται στο πρόσωπο ώστε να μοιάζει με άγγελο, ενώ τοποθετούνται λουλούδια μέσα και έξω από το φέρετρο. Οι Έλληνες ντύνουν το νεκρό παιδί ως γαμπρό ή νύφη, καθώς αντιλαμβάνονται το θάνατο που συμβαίνει πριν παντρευτεί το άτομο ως ιδιαίτερα τραυματικό γεγονός, κάτι που παρατηρείται και σε άλλες βαλκανικές χώρες. Σε άλλες κουλτούρες όπως στην Κινεζική ο θάνατος ενός παιδιού είναι «κακός» θάνατος. Οι γονείς δεν πρέπει να πάνε την κηδεία, ούτε να μιλάνε για το θάνατο που αποτελεί ντροπή για την οικογένεια. Τα παιδιά στην Ινδία θάβονται συνήθως και δεν αποτεφρώνονται αφού προσδοκάται ότι θα επιστρέψουν στην επίγεια ζωή και θα απολαύσουν μια πιο πλήρη εμπειρία από τη ζωή. Σε πολλές Δυτικές κοινωνίες οι θάνατοι βρεφών θεωρούνται «μη σημαντικές» απώλειες ή αγνοούνται τελείως από την κοινωνία και μερικές φορές από τους ίδιους τους γονείς. Αυτό περιπλέκει την αποδοχή και την προσαρμογή στην απώλεια και μπορεί να οδηγήσει σε ψυχοσωματικά προβλήματα αργότερα. Επίσης, στη Δύση οι γονείς πρέπει να θρηνούν κρυφά και να επιστρέφουν στη δουλειά τους σύντομα μετά το θάνατο του παιδιού τους. Οι αντιδράσεις των γονιών σε άλλες κουλτούρες διαφέρουν πολύ. Μια μητέρα στην Αίγυπτο που αποσύρεται και μένει αδρανής για επτά χρόνια μετά το θάνατο του παιδιού της και μια μητέρα από το Μπαλί που παραμένει ήρεμη φέρονται φυσιολογικά σύμφωνα με την κουλτούρα τους μέσα στην οποία θα πρέπει να μελετήσουμε τις συμπεριφορές αυτές, διαφορετικά κινδυνεύουμε να τις εκτιμήσουμε ως παθολογικές (Ζαρταλούδη, 2010).

2.1 Χαρακτηριστικά του θανάτου στην Νέο-Ελληνική κοινωνία.

Οι διαδικασίες που σχετίζονται με το πένθος και τον θάνατο μεταβάλλονται ραγδαία κατά τα έτη που ακολουθούν την αστυφιλία των δεκαετιών του 60 και 70. Συγκεκριμένα ο υδροκεφαλισμός των αστικών κέντρων (και ιδιαίτερα της Αθήνας) αλλά και οι ραγδαίες κοινωνικό-οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις οδήγησαν σε σημαντικές αλλαγές στα παραδοσιακά τελετουργικά του θανάτου. Οι αλλαγές αυτές συνοπτικά αφορούν:

Tην ιατρικοποίηση του θανάτου και κατά συνέπεια τον θάνατο στο Νοσοκομείο αντί του θανάτου στο σπίτι που ήταν η συνήθης- ως τότε- Ελληνική πρακτική. Η διαδικασία αυτή χαρακτηρίζεται από:

Το ξενύχτισμα του βαριά αρρώστου, που αναλαμβάνεται από το προσωπικό των νοσοκομείων (αποκλειστικές).

Την αντιμετώπιση του θανάτου ως μια διαπιστωτική ιατρική πράξη (πιστοποιητικό θανάτου) και την ανάληψη των περαιτέρω διατυπώσεων και διαδικασιών από τα γραφεία τελετών (εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε στο εμπόριο του θανάτου ως μια μακάβρια αλλά όχι σπάνια έκφραση των σχετικών πρακτικών, που δυστυχώς υπάρχουν στα Ελληνικά νοσοκομεία).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ευπρεπισμός του νεκρού (που υπάρχει στην Ελληνική παράδοση απ τα Ομηρικά έπη), το ντύσιμό, ο καλλωπισμός καθώς και οι άλλες πρακτικές, περνούν από την ευθύνη και το καθήκον των συγγενών στους επαγγελματίες των γραφείων τελετών.

Ο νεκρός σπάνια επιστρέφει στην οικία του (αν διέμενε σε πολυκατοικία απαιτείται η άδεια των άλλων ενοίκων), αλλά αντιθέτως φυλάσσεται σε ψυγεία στα υπόγεια των Νοσοκομείων.

Μια τελευταία μόδα αποτελούν οι «Οίκοι Τελετών», στα πρότυπα των Αμερικανικών “Funeral Director”, οι οποίοι αποτελούν «καθετοποιημένες» μονάδες υπηρεσιών που προσφέρουν ένα ολοκληρωμένο σύστημα υπηρεσιών που βασίζεται στο θέαμα: ιδιόκτητα ψυγεία, χώρους για την περιποίηση των νεκρών, μακιγιάζ, «έκθεση» σε γυάλινο –πολυτελές φέρετρο, δεξίωση, γεύμα, μέχρι και υπηρεσίες ψυχολογικής στήριξης (Κυβέλου, 2010).

Από την άλλη μεριά η επιρροή των ΜΜΕ έχει αποτέλεσμα την επικράτηση Δυτικών μοντέλων τα οποία καθοδηγούμενα από την Προτεσταντική ηθική επιβάλουν το σιωπηλό ή βουβό πένθος και την εγκρατή έκφραση των συναισθημάτων. Στις ατομοκεντρικές Αγγλοσαξονικές κοινωνίες, η ικανότητα ελέγχου στα συναισθήματα εκτιμάται ιδιαίτερα, όπως και η συγκροτημένη και αξιοπρεπής αντιμετώπιση του θρήνου από μέρους των συγγενών. Από την άλλη η Ελληνική κουλτούρα αντιμετώπιζε τον θρήνο γοερά μέσα από πλήθος τελετουργιών ανοιχτής έκφρασης των συναισθημάτων (μοιρολόι, τραγούδια, φωνές και κλάματα, οδυρμός), τελετουργίες που ήταν ιδιαίτερα σημαντικές στη φυσιολογική διεργασία του θρήνου.

3. Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Μπροστά στο αναπόδραστο και τραγικό γεγονός του επικείμενου θανάτου ενός παιδιού υπάρχουν 3 κύρια ερωτήματα στα οποία προσπαθούμε να απαντήσουμε:

1) Άραγε το παιδί συνειδητοποιεί τη σοβαρότητα της κατάστασής του;

2) Ξέρει ότι απειλείται η ζωή του;

3) Τι γνωρίζει για το θάνατο και πως φθάνει σε αυτή τη γνώση;

Παρ όλο που θεωρητικά μοντέλα και πρόσφατες έρευνες δεν δίνουν ακόμα μια ικανοποιητική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα αναφερθούν τα σημαντικότερα ευρήματα που βάζουν κάποιες βάσεις για περισσότερη μελέτη στο τομέα αυτό.Πριν όμως γίνει αναφορά στο παιδί με τη χρόνια και απειλητική για τη ζωή του αρρώστια είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς το πώς αναπτύσσεται η έννοια του θανάτου στο φυσιολογικό παιδί. Σύμφωνα με το ψυχαναλυτικό θεωρητικό μοντέλο το άγχος του αποχωρισμού που βιώνει το παιδί των 6 μηνών από τη στιγμή που διαφοροποιείται από τη μητέρα του αποτελεί και την αρχή του «άγχους θανάτου» στη ζωή του ατόμου. Ισχυρίζεται ότι σε ένα πρώτο στάδιο το παιδί της ηλικίας 3-5 χρόνων αντιλαμβάνεται το θάνατο σαν ένα γεγονός όπως ο ύπνος ή κάποιος προσωρινός Από μια άλλη πλευρά σύμφωνα με τη θεωρία της Γενετικής Ψυχολογίας και το γνωστό μοντέλο του Piaget, πιστεύεται ότι οι βάσεις για την κατανόηση της έννοιας του θανάτου βρίσκονται στις γνωστικές ικανότητες που αναπτύσσει το παιδί μεταξύ 6 και 18 μηνών, περίοδο κατά την οποία αποκτά την αντίληψη της «μονιμότητας του αντικειμένου». Με άλλα λόγια το παιδί πρέπει πρώτα να έχει καταλάβει τη μονιμότητα των αντικειμένων (δηλαδή την ύπαρξή τους έστω και αν δεν βρίσκονται στο άμεσο περιβάλλον του, άρα να προσδοκά και την επιστροφή του), ώστε στην συνέχεια να μπορεί να συνειδητοποιήσει τη μη επιστροφή τους, δηλαδή την έννοια του θανάτου, αφού θάνατος σημαίνει «μη επιστροφή».

Γενικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι ενώ οι περισσότεροι συγγραφείς βασίζονται σε ένα εξελικτικό μοντέλο για να περιγράψουν την ανάπτυξη της έννοιας του θανάτου, σημαντικές διαφωνίες επικρατούν ως προς το «πότε» φθάνει ένα παιδί σε μια ολοκληρωμένη συνειδητοποίηση της έννοιας του θανάτου. Άλλοι λοιπόν τοποθετούν αυτή τη γνώση σε μια ηλικία μεταξύ 9 και 12 ετών, ενώ άλλοι την τοποθετούν στην ηλικία μόλις των 3 και 4 ετών. Από τις έρευνες που στηρίζονται στην πεποίθηση ότι η έννοια του θανάτου σε ένα παιδί αναπτύσσεται μέσα από στάδια κατανόησης που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες ηλικίες, γνωστότερη είναι η μελέτη της Maria Nagy.

Σε ένα δεύτερο στάδιο το παιδί των 5-9 ετών καταλαβαίνει ότι ο θάνατος αποτελεί οριστικό γεγονός που δεν αντιστρέφεται αλλά πιστεύει ότι μπορεί να συμβεί μόνο στους άλλους και όχι στον εαυτό του. Συχνά το παιδί αυτής της ηλικίας προσωποποιεί το θάνατο δίνοντάς του την μορφή «μπαμπούλα», «άσπρου σκελετού», «φαντάσματος» ανάλογα με το τι ακούει και μαθαίνει από το περιβάλλον του.

Τέλος σε ένα τρίτο στάδιο το παιδί το μεγαλύτερο των 9 ή 10 ετών αντιλαμβάνεται το θάνατο όπως και ο ενήλικας σαν ένα γεγονός αναπόφευκτο, οριστικό που συμβαίνει σε όλους και αποτελεί μέρος του κύκλου ζωής κάθε ζωντανού οργανισμού.

Νεώτερες έρευνες έρχονται να υποστηρίξουν ότι δεν είναι τόσο η ηλικία του παιδιού, όσο οι γνωστικές του ικανότητες που καθορίζουν πώς αντιλαμβάνεται την έννοια του θανάτου σε μια δεδομένη στιγμή. Ερευνητές βασιζόμενοι στο θεωρητικό μοντέλο του Piaget, περιγράφουν πώς αντιλαμβάνεται το παιδί το θάνατο σε καθένα από τα 4 διαδοχικά στάδια ανάπτυξης των γνωστικών λειτουργιών.

Ισχυρίζονται ότι μόνο στο 4ο στάδιο (περίοδο που για τα περισσότερα αρχίζει περίπου στα 11 με 12 και ολοκληρώνεται με την ενηλικίωση) το παιδί φθάνει σε μια ώριμη αντίληψη της έννοιας του θανάτου.

Σε αυτό το στάδιο αποκτά πλέον τις απαραίτητες γνωστικές ικανότητες που του επιτρέπουν να κάνει συλλογισμούς, γενικεύσεις, υποθέσεις σε ένα αφηρημένο επίπεδο σκέψης. Έτσι λοιπόν αντιλαμβάνεται το θάνατο σαν ένα παγκόσμιο φυσιολογικό φαινόμενο που για να το ερμηνεύσει δίνει βιολογικές, φιλοσοφικές ή θεολογικές εξηγήσεις. Βέβαια όπως; τονίζουν πολλοί συγγραφείς, όταν εξετάζει κανείς το πώς αναπτύσσεται η έννοια του θανάτου, πρέπει να λαμβάνει επιπλέον κανείς υπόψη του και τις οικογενειακές και θρησκευτικές αντιλήψεις του παιδιού σχετικά με το θάνατο. (Παξινός, 2010).

4. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΡΩΣΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Περιγράφονται 4 επίπεδα συνειδητότητας:

1. Το επίπεδο αποκλεισμένης συνείδησης, όπου ο άρρωστος δεν αναγνωρίζει ότι πεθαίνει, ενώ όλοι γύρω του το ξέρουν, συμπεριφέρονται όμως σαν να είναι όλα φυσιολογικά.

2. Το επίπεδο υποψιαζόμενης συνείδησης, όπου το παιδί υποψιάζεται αυτό που όλοι οι άλλοι ήδη γνωρίζουν και ψάχνει με κάθε τρόπο να επιβεβαιώσει ή να αναιρέσει τις υποψίες του σε ένα περιβάλλον που δεν διατίθεται να συζητήσει ανοιχτά μαζί του.

3. Το επίπεδο αμοιβαίας προσποίησης, όπου το παιδί γνωρίζει καλά ότι απειλείται η ζωή του, αλλά μέσα από μια σιωπηλή συμφωνία, παιδί και περιβάλλον αποφεύγουν «επικίνδυνες συζητήσεις» και παράλληλα καλλιεργούν την αυταπάτη ότι αν και άρρωστο θα γίνει γρήγορα καλά.

4. Το επίπεδο ανοιχτής συνείδησης, όπου η πιθανότητα θανάτου αναγνωρίζεται και συζητείται ανοιχτά, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι παιδί και περιβάλλον αποδέχονται τον θάνατο ή ότι η επικοινωνία μεταξύ τους είναι ευκολότερη. Σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές το παιδί που εκφράζει ανοιχτά τις αγωνίες και τους φόβους του, τα θετικά και αρνητικά συναισθήματά του σε ένα περιβάλλον που του επιτρέπει αυτή την επικοινωνία, προσαρμόζεται καλύτερα στις καταστάσεις που αντιμετωπίζει, έχει συχνότερες σχέσεις με τους δικούς του και πιο θετική εικόνα για τον εαυτό του.

Παραδείγματα συμπεριφοράς παιδιών όταν έχουν επίγνωση της κατάστασης τους

• Αποφυγή οποιασδήποτε συζήτησης που αναφέρεται στο μέλλον

• Επίμονη αναζήτηση αγαπημένων ανθρώπων που βρίσκονται μακριά

• Απαίτηση πραγματοποίησης ορισμένων γεγονότων

• Άρνηση οποιασδήποτε θεραπευτικής πράξης

• Έντονο ενδιαφέρον για την υγεία άλλων παιδιών

• Μειωμένη επικοινωνία μεταξύ παιδιού και οικογενειακού

περιβάλλοντος

Μέσα από πολλαπλές εμπειρίες διαπιστώνεται ότι τα παιδιά που βρίσκονται σε αυτό το τελικό στάδιο δίνουν συχνά ένα συμβολικό μήνυμα για να αποχαιρετίσουν αυτούς που αγαπούν ή για να καθησυχάσουν, να προστατεύσουν, το αναστατωμένο περιβάλλον τους. Και όταν διαλέγουμε να ανταποκριθούμε στο μήνυμα του παιδιού, πρέπει να έχουμε την ευαισθησία να χρησιμοποιούμε μερικές φορές την ίδια συμβολική γλώσσα μέσα από την οποία επικοινωνεί μαζί μας.

Σε αυτή την τελική φάση κάθε παιδί θρηνεί μπρος στην απώλεια αυτού που ήταν κάποτε και μπρος στον αποχωρισμό που επίκειται. Μέσα από αυτό τον θρήνο έχει κάθε δικαίωμα να αισθάνεται κατάθλιψη, θυμό, μοναξιά, μια αίσθηση αδικίας όπως άλλωστε εκφράζει στη τελευταία του ζωγραφιά ένα 8χρονο αγόρι που γράφει με μεγάλα γράμματα την λέξη ΠΡΟΔΟΣΙΑ. Γι άλλα παιδιά πάλι, ο θάνατος είναι ευπρόσδεκτος με μια αίσθηση ανακούφισης και ηρεμίας.

Κι ενώ είναι σημαντικό να διευκολύνουμε το παιδί στην έκφραση των συναισθημάτων του, παράλληλα είναι απαραίτητη η παρέμβαση μας όταν το παιδί βιώνει έντονα ένοχα συναισθήματα, επειδή κατηγορεί τον εαυτό του για την κατάσταση που βρίσκεται ή επειδή πιστεύει ότι αποτελεί βάρος στο περιβάλλον του.

Εξίσου σημαντική είναι και μια κατάλληλη ανταπόκριση στις ανάγκες που εκφράζει. Παρ όλο που κάθε παιδί έχει το δικό του μοναδικό τρόπο να αντιμετωπίζει το θάνατο του, υπάρχουν μερικές βασικές ανάγκες που χαρακτηρίζουν όλα τα παιδιά που πεθαίνουν:

1) Πρώτα από όλα είναι η ανάγκη και το δικαίωμα κάθε παιδιού να παραμένει όσο το δυνατόν απελευθερωμένο από κάθε οργανικό πόνο.

2) Εξίσου σημαντική είναι και η ανάγκη του για αγάπη και ασφάλεια σε ένα περιβάλλον που δεν το έχει εγκαταλείψει ή απομονώσει και που δεν το έχει ξεγράψει επειδή η κατάσταση του προκαλεί βαθύ ψυχικό πόνο. Σε αυτή την τελική φάση τα περισσότερα παιδιά εξοικονομώντας πολύτιμη ψυχική ενέργεια και μπρος στον πόνο του επικείμενου χωρισμού, περιορίζουν τις σχέσεις τους σε λίγα σημαντικά πρόσωπα. Συνήθως το μικρότερο παιδί επανέρχεται σε μια συμβιωτική σχέση με το γονιό του, ενώ το μεγαλύτερο διατηρεί λίγους και μερικές φορές συναισθηματικά φορτισμένους δεσμούς.

Για μερικά παιδιά την ασφάλεια αντιπροσωπεύει ο χώρος του νοσοκομείου. Συνήθως αναζητούν επίμονα από το προσωπικό που τα φροντίζει εκείνο το άτομο στο οποίο βρίσκουν κάποια σιγουριά, ηρεμία, ελπίδα που θα κάτσει κοντά τους που θα κάτσει κοντά τους. Για άλλα παιδιά πάλι την ασφάλεια αντιπροσωπεύει ο χώρος του σπιτιού.

Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι οι θεραπευτικές φροντίδες δεν είναι πια αποτελεσματικές στον οργανισμό τους που συνεχώς εξασθενεί, αποζητούν επίμονα να γυρίσουν σπίτι.

3) Μια τρίτη βασική ανάγκη είναι η κατανόηση που ψάχνει το παιδί σε ένα ευαισθητοποιημένο περιβάλλον, που θα του δώσει τη δυνατότητα να εκφραστεί ελεύθερα και να βρει παράλληλα την κατάλληλη υποστήριξη. Αυτή η υποστήριξη και συμπαράσταση είναι σημαντική σε μια περίοδο που συχνά αποτελείται από «μικρούς συμβολικούς θανάτους» καθώς το παιδί από τη μια μέρα στην άλλη χάνει τις δυνάμεις του, αντιμετωπίζει νέες αναπηρίες, περιορίζεται στις δραστηριότητες του και στις κοινωνικές του επαφές και έρχεται αντιμέτωπο με άτομα που μπρος στο άγχος του θανάτου αποφεύγουν και ελαττώνουν τις επισκέψεις στο θάλαμο του. Για πολλά παιδιά αυτές οι καθημερινές απώλειες είναι συχνά τραυματικότερες και από τον ίδιο το θάνατο.

Βασικά όσοι βρίσκονται κοντά στο παιδί σε αυτή την τελική φάση, διευκολύνουν ή δυσκολεύουν με τη στάση τους το πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο. Υπάρχει μια «δυναμική διεργασία αποχωρισμού», όπου το παιδί επηρεάζεται από το άμεσο περιβάλλον και το επηρεάζει αντίστοιχα. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που μας δίνουν ένα μήνυμα που εκφράζει τη γνώση για το πότε θα πεθάνουν, όπως και εκείνα που παρατείνουν τη ζωή τους ώσπου να φθάσουν οι γονείς τους σε κάποιο σημείο αποδοχής.

Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι για να βοηθήσουμε το παιδί που πεθαίνει και την οικογένεια του, πρέπει πρώτα από όλα να ξεκινήσουμε κοιτάζοντας βαθιά μέσα μας, τα συναισθήματα, τις αντιλήψεις μας μαζί τους.

Είναι απαραίτητο να πιστεύουμε ότι δεν είμαστε εντελώς αδύναμοι και ανήμποροι μπρος στο παιδί που πεθαίνει, αλλά αντίθετα ότι έχουμε κάτι πολύ ουσιαστικό να προσφέρουμε σε αυτά τα παιδιά. (Παξινός, 2010)

5. ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Ο ΕΦΗΒΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟ- Η ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Ο νοσηλευτής, λόγω της φύσης της εργασίας του, έχει το θλιβερό προνόμιο να βιώνει και να αντιμετωπίζει τον επικείμενο θάνατο ενός παιδιού ή εφήβου, πέρα κάθε άλλο επαγγελματία υγείας. Ο νοσηλευτής ψυχικής υγείας, ως μέλος της ομάδας επαγγελματιών ψυχικής υγείας, καλείται να αντιμετωπίσει τόσο το παιδί ή έφηβο όσο και τα μέλη της οικογένειας για τον επικείμενο θάνατο. Ο θάνατος αποτελεί φυσική κατάληξη της πορείας της ζωής. Ωστόσο, ένας θάνατος ξαφνικός και αναπάντεχος γίνεται αδιανόητος, πόσο μάλλον όταν αφορά σε ένα παιδί ή έναν έφηβο. Η κατάκτηση της έννοιας του θανάτου συνήθως γίνεται σταδιακά, μέσα από την κατάκτηση άλλων εννοιών, μεταξύ των οποίων κυριαρχούν η μη αντιστρεψιμότητα, το αμετάκλητο, η αιτιότητα και η παγκοσμιότητα του θανάτου. Σύμφωνα με τα στάδια ανάπτυξης του Piaget, στο στάδιο της προ- λειτουργικής σκέψης, μέχρι την ηλικία των 5-6 ετών, το παιδί δεν έχει αποκτήσει την έννοια της αιτιότητας και της διατήρησης και έτσι ο θάνατος γίνεται αντιληπτός ως εξαφάνιση, προσωρινή απουσία ή αποχωρισμός. Στην ηλικία των 7-8 έως 12 ετών έχουν κατακτηθεί αυτές οι έννοιες, αναπτύσσεται η λειτουργική σκέψη και ο θάνατος, αν και δεν γίνεται αποδεκτός ως προς το αμετάκλητο του, θεωρείται ως διακοπή των βασικών λειτουργιών στις οποίες στηρίζεται το βιολογικό φαινόμενο της ζωής. Στην ηλικία των 12-15 ετών, το παιδί μπορεί πλέον να αναπτύξει μια πλήρη αντίληψη της έννοιας του θανάτου, κατανοώντας -πέραν της οριστικής, αναπόφευκτης και παγκόσμιας πλευράς του- και το γεγονός ότι κάποια στιγμή θα το αφορά προσωπικά. Εκτός από το στάδιο γνωστικής ανάπτυξης, η αντίδραση του παιδιού απέναντι στο δικό του θάνατο καθορίζεται και από τις αντιδράσεις του οικογενειακού και κοντινού του περιβάλλοντος για το θάνατο, καθώς και από τη στάση των ανθρώπων που σε ένα νοσοκομειακό πλαίσιο εμπλέκονται στην παροχή φροντίδας στο τελικό στάδιο της ζωής του. Πάντως, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού παρατηρούνται διαφορετικές αντιδράσεις. Τα μικρά παιδιά ασχολούνται περισσότερο με τον πόνο, τις δυσκολίες της ασθένειας και τον αποχωρισμό οικείων προσώπων λόγω της νοσηλείας. Οι έφηβοι -οι οποίοι τη στιγμή που διεκδικούν την αυτονομία τους και επιχειρούν να κατακτήσουν τον κόσμο αναγκάζονται να περιέλθουν σε καταστάσεις εξάρτησης και παρέμβασης άλλων- εκδηλώνουν κατάθλιψη, εναλλασσόμενη με θυμό και άγχος, και συχνά καταφεύγουν στην απομόνωση. Σε κάθε περίπτωση, τα παιδιά βρίσκουν τρόπους να εκδηλώσουν τη γνώση ότι πεθαίνουν. Κάποιες έμμεσες συμπεριφορές των παιδιών μπορεί να είναι:

• Αποφυγή συζητήσεων για το μέλλον και μακροπρόθεσμους στόχους.

• Επίμονη αναζήτηση αγαπημένων προσώπων που βρίσκονται μακριά, έντονα συναισθήματα αγάπης και τρυφερότητας για κάποια πρόσωπα και αναστάτωση όταν συμβαίνει προσωρινός αποχωρισμός.

• Απαίτηση άμεσης πραγματοποίησης ορισμένων γεγονότων (γιορτές, δώρα).

• Άρνηση οποιασδήποτε θεραπείας ή φροντίδας, επειδή τα θεωρούν μάταια.

• Σταδιακή ελάττωση της επικοινωνίας με το περιβάλλον, αποφυγή συζητήσεων γύρω από το απειλητικό για τη ζωή τους γεγονός και εκδήλωση θυμού για να απομακρύνουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα και να προστατευτούν από τον ψυχικό πόνο του επικείμενου θανάτου. Στην τελική φάση, το παιδί μπροστά στην απώλεια έχει το δικαίωμα να θρηνήσει με τον τρόπο του. Ωστόσο, πέραν των συμπεριφορών απομόνωσης και του έκδηλου αισθήματος αδικίας, κάποια παιδιά προσδοκούν το θάνατο με μια αίσθηση ανακούφισης και ηρεμίας (Καρυδά και Λαίου, 2010).

5.1 Νοσηλευτικοί τρόποι διευκόλυνσης της διεργασίας του πένθους σε παιδιά και εφήβους

Η πρώτη μεγάλη απώλεια που βιώνει το παιδί συντελείται τη στιγμή που γεννιέται, με τον αποχωρισμό του από τη συμβιωτική σχέση με τη μητέρα. Η μετέπειτα πορεία προς την ανάπτυξη και την ανεξαρτητοποίηση συνιστά μια πορεία αλλεπάλληλων και διαδοχικών αποχωρισμών, μικρών και μεγάλων. Η φύση, λοιπόν, εφοδιάζει το άτομο για να ανταποκριθεί σε όλες τις εξελικτικές ανάγκες και ως εκ τούτου η αντιμετώπιση της απώλειας από τα παιδιά αποτελεί μια έμφυτη, φυσική διαδικασία. Έτσι, έργο των νοσηλευτών ψυχικής υγείας είναι, μεταξύ των άλλων, να βοηθήσουν τα παιδιά να διαχειριστούν κατά το δυνατόν καλύτερα αυτή την ικανότητα. Η κατάκτηση της εν λόγω ικανότητας στο παιδί και τον έφηβο εξαρτάται σημαντικά από τη στάση και την παρουσία των ενηλίκων απέναντι τους κατά τη διάρκεια των δύσκολων στιγμών μετά την απώλεια.

Ανάγκες του παιδιού και του εφήβου που πενθεί

Κατανόηση της κατάστασης. Όταν το περιβάλλον προσπαθεί να αποκρύψει την αλήθεια, το παιδί τις περισσότερες φορές διαισθάνεται την κατάσταση, προσπαθεί να την κατανοήσει και μπορεί να καταφύγει σε φαντασιωσικές εξηγήσεις, που κάνουν πιο τρομακτική την πραγματικότητα

• Έκφραση των συναισθημάτων του. Η επεξεργασία των συναισθημάτων είναι απαραίτητη στη διεργασία του πένθους του παιδιού, το οποίο βιώνει πολλά και έντονα συναισθήματα, που συνήθως αδυνατεί να λεκτικοποιήσει και να συνδέσει με την κατάσταση, χωρίς τη βοήθεια κάποιου ενήλικα

• Σταθερότητα περιβάλλοντος και προσώπων. Η απώλεια ενός προσώπου κοντινού για το παιδί, ιδιαίτερα συνδεδεμένο με τη φροντίδα του, μπορεί να αποσταθεροποιήσει τις συνθήκες ζωής του και να δημιουργήσει την αίσθηση του κινδύνου για τη μετέπειτα επιβίωση. Έτσι, κρίνεται αναγκαία η αποκατάσταση της σταθερότητας του περιβάλλοντος και η διαρκής επιβεβαίωση για αδιάλειπτη ικανοποίηση των βασικών συναισθηματικών και σωματικών του αναγκών από σταθερά πρόσωπα αναφοράς

• Συμμετοχή στις διαδικασίες του πένθους. Η απομάκρυνση από τις διαδικασίες του πένθους μπορεί να κάνει το παιδί να θεωρεί ότι είναι ανίκανο και ανάξιο να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής και ασήμαντο για να ενημερώνεται και να συμμετέχει στο πένθος. Η συναισθηματική εξορία ίσως είναι πιο τραυματική και από τον ίδιο το θάνατο

• Διατήρηση της ανάμνησης του αγαπημένου προσώπου. Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου συνεπάγεται οδυνηρές αναμνήσεις για τα παιδιά. Ωστόσο, η διήγηση των αναμνήσεων μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά και να τα βοηθήσει να ανατρέχουν στην ανάμνηση αυτή για την αντιμετώπιση μελλοντικών δυσκολιών απώλειας.

Στήριξη του παιδιού ή εφήβου που βρίσκεται σε πένθος

Οι επαγγελματίες υγείας και εν προκειμένω οι νοσηλευτές ψυχικής υγείας οφείλουν να επιδιώκουν από το οικείο περιβάλλον και να συμβάλλουν:

• Στην ανοιχτή και ευθεία επικοινωνία. Χρειάζεται σαφής και ειλικρινής ενημέρωση των παιδιών για το θάνατο που αντιμετωπίζουν και εγκαθίδρυση καλής και εποικοδομητικής επικοινωνίας. Τα παιδιά που θέλουν και μπορούν να κατανοήσουν, πρέπει να μαθαίνουν. Η ηλικία και το νοητικό επίπεδο καθορίζει την επιλογή των λέξεων και το ύφος του λόγου, ενώ στα μικρά παιδιά είναι προτιμότερο να αποφεύγονται οι αφαιρετικές εξηγήσεις. Η άμεση και συγκεκριμένη πληροφόρηση, που συχνά αποφεύγουν οι ενήλικες, μειώνει το άγχος και την πιθανότητα χρήσης άτοπων φαντασιώσεων. Επίσης, θεωρείται σημαντικό η ανακοίνωση της αλήθειας αφενός να γίνεται από άτομα του οικείου περιβάλλοντος, που το παιδί εμπιστεύεται και στα οποία μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα, και αφετέρου να γίνεται έγκαιρα, για την αποφυγή εκδηλώσεων φόβου, σύγχυσης, παρερμηνείας και ανασφάλειας

• Στην ενθάρρυνση έκφρασης των συναισθημάτων. Όπως προαναφέρθηκε, τα παιδιά ή οι έφηβοι συχνά δυσκολεύονται να λεκτικοποιήσουν τα διαρκώς μεταβαλλόμενα συναισθήματά τους για το θάνατο και την απώλεια. Έτσι, οι ενήλικες οφείλουν να βρίσκονται σε ανοιχτή επικοινωνία μαζί τους, ώστε να προσπαθούν να κατανοήσουν και να δώσουν διέξοδο έκφρασης στα συναισθήματα αυτά, καθώς και να σέβονται τις στιγμές σιωπής του παιδιού. Επίσης, οι ενήλικες πρέπει να αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα και όχι σοβαροφάνεια τα συναισθήματα των παιδιών και να τα βοηθούν να καταλάβουν ότι ακόμα και τα οδυνηρά και συγκεχυμένα συναισθήματα είναι φυσιολογικά. Τέλος, τα μικρότερα παιδιά, που τείνουν να εκφράζονται μέσω της ζωγραφικής και του παιχνιδιού, οι ενήλικες είναι χρήσιμο να τα ενθαρρύνουν προς τέτοιες συμπεριφορές και με ευαισθησία και συναισθηματική ευρύτητα να παρατηρούν κάθε τους αντίδραση

• Στην ενεργό συμμετοχή των παιδιών ή εφήβων στην κοινή με τους ενήλικες εμπειρία του πένθους. Οι ενήλικες, λανθασμένα, συχνά αποκλείουν τα παιδιά ή τους εφήβους από τις συζητήσεις, την κηδεία και τις τελετές πένθους, δυσχεραίνοντας την κατανόηση της απώλειας και τη συνειδητοποίηση της νέας πραγματικότητας. Ωστόσο, η συμμετοχή των παιδιών ή των εφήβων στις εκδηλώσεις πένθους πρέπει να γίνεται κατόπιν προετοιμασίας, ενώ καλό είναι να επιλέγουν τα ίδια εάν επιθυμούν τη συμμετοχή τους στις τελετές. Επιπροσθέτως, η απόκρυψη των συναισθημάτων που βιώνουν οι ενήλικες και η υπεκφυγή επιτείνουν τη σύγχυση του παιδιού και του διδάσκουν το μη αποδεκτό χαρακτήρα κάποιων συναισθημάτων. Ένας ενήλικας μπορεί να αποτελέσει θετικό πρότυπο και μέσα από την έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων του, εκδηλώνοντας και επικοινωνώντας το πένθος του, χωρίς ωστόσο να παραμελεί τις καθημερινές ανάγκες του παιδιού

• Στη διατήρηση της ανάμνησης. Τα παιδιά ή οι έφηβοι δεν θέλουν να ξεχάσουν το αγαπημένο πρόσωπο που έφυγε και χρειάζονται να μιλούν με τους ενήλικες για τις αναμνήσεις τους από αυτό. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται χρήσιμο να αποφεύγεται η εξιδανίκευση του νεκρού, που δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική του εικόνα και αποτρέπει την επεξεργασία τυχόν αρνητικών συναισθημάτων. Η ανάμνηση του αγαπημένου προσώπου που έφυγε μπορεί να γίνει με τη χρήση φωτογραφιών, τη συγκέντρωση δώρων που τους είχε δωρίσει, την αφιέρωση ποιημάτων ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που διατηρεί ένα νοερό σύνδεσμο μαζί του στη μετέπειτα πορεία ζωής.

5.2 Ψυχολογική υποστήριξη στο παιδί που αντιμετωπίζει το δικό του θάνατο

Η μοναδικότητα κάθε παιδιού να αντιμετωπίζει το θάνατο του δεν ακυρώνει κάποιες βασικές ανάγκες που ισχύουν για όλα τα παιδιά που πεθαίνουν και των οποίων η κάλυψη θα πρέπει να είναι ο στόχος των διευκολυντικών για τη μετάβαση από τη ζωή στο θάνατο παρεμβάσεων. Καταρχάς, ανάγκη-δικαίωμα για κάθε παιδί είναι η δυνατότητα απελευθέρωσης από κάθε οργανικό πόνο, καθώς επίσης και η ανάγκη του να νιώθει ότι το περιβάλλον του τού παρέχει αγάπη και φροντίδα και δεν το έχει εγκαταλείψει. Επιπροσθέτως, ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανάγκη κατανόησης που αναζητά το παιδί σε ένα ευαισθητοποιημένο περιβάλλον, ώστε να μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα. Δεν θα πρέπει να παραλειφθεί και η ανάγκη του παιδιού για υποστήριξη και συμπαράσταση, που είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση των καθημερινών και πολλαπλών δυσκολιών αυτής της περιόδου, των μικρών και συμβολικών θανάτων, που ενδέχεται να βιώνονται πιο τραυματικά από τον ίδιο το θάνατο. Καθώς οι ανάγκες αυτές παραπέμπουν σε μια σύνθετη διεργασία στήριξης και βοήθειας, είναι υψίστης σημασίας να διατηρείται μια ανοιχτή επικοινωνία και κοινή συναισθηματική ανταλλαγή, ώστε τα παιδιά να μη νιώσουν μόνα τους αναφορικά με το επικείμενο συμβάν του θανάτου.

6. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ

Σύμφωνα με το μοντέλο των Lazarus και Folkman (1984), όπως αναφέρουν οι Παπαδάτου και Αναγνωστόπουλος (1997), δεν είναι τόσο τα ίδια τα γεγονότα που προκαλούν την κρίση, όσο το νόημα και οι ερμηνείες που αποδίδονται σ’ αυτά και οι στρατηγικές/μέθοδοι που ενεργοποιεί το άτομο και η οικογένεια για να αντιμετωπιστεί η νέα πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, οι αντιλήψεις των μελών της οικογένειας σχετικά με την αρρώστια και τις επιπτώσεις της καθορίζουν τις στρατηγικές/μεθόδους αντιμετώπισης τις οποίες ενεργοποιούν. Οι Petermann και Bode (1986) διακρίνουν πέντε συνηθισμένους, υποκειμενικούς τρόπους εκτίμησης της αρρώστιας με αντίστοιχες στρατηγικές/μεθόδους αντιμετώπισής της:

(α) Οι οικογένειες αντιλαμβάνονται την αρρώστια και τις επιπτώσεις της ως «πρόκληση» και κινητοποιούνται για να ξεπεράσουν τις δυσκολίες, αναζητούν πληροφορίες, αναπτύσσουν νέες δεξιότητες και προσαρμόζονται αποτελεσματικά, έχοντας πεποίθηση στις δυνάμεις τους.

(β) Οι οικογένειες αντιλαμβάνονται την αρρώστια ως «δοκιμασία» επηρεαζόμενες από τις θρησκευτικές τους αντιλήψεις και πεποιθήσεις. Συχνά πιστεύουν ότι δοκιμάζεται η πίστη, η αντοχή ή οι σχέσεις τους.

(γ) Οι οικογένειες αντιλαμβάνονται την αρρώστια ως «κακοτυχία» και συνήθως βιώνουν, ταυτόχρονα με τη διάγνωση, και άλλες απροσδόκητες στρεσογόνες εμπειρίες, όπως ανεργία, θάνατο κ.λπ. Η αρρώστια θεωρείται ένα πρόσθετο γεγονός που απειλεί τη συνοχή και ισορροπία του οικογενειακού συστήματος.

(δ) Οι οικογένειες αντιλαμβάνονται την αρρώστια ως «θέλημα της μοίρας» και δέχονται τις ιατρικές συμβουλές χωρίς να τις αμφισβητούν και χωρίς να αναζητούν πληροφόρηση. Πιστεύουν ότι όσα συμβαίνουν βρίσκονται έξω από τον έλεγχο τους και θεωρούν χρέος τους να τα υπομένουν παθητικά και καρτερικά.

(ε) Οι οικογένειες αντιλαμβάνονται την αρρώστια και τις επιπτώσεις της ως «τιμωρία» και έχουν μια αρνητική και απαισιόδοξη αντίληψη για τη ζωή. Όταν βιώνουν ενοχές, δέχονται παθητικά τη θεραπεία, είτε γιατί πιστεύουν ότι «την αξίζουν» είτε για να εξιλεωθούν. Άλλες εξοργίζονται με την αδικία που «σημαδεύει» τη ζωή τους και εκδηλώνουν έντονη επιθετικότητα προς το περιβάλλον τους. Δυσκολεύονται να εμπιστευθούν το προσωπικό υγείας, οικτίρουν το άρρωστο παιδί και παρουσιάζουν τις περισσότερες δυσκολίες προσαρμογής. (Παπαδάτου και Αναγνωστόπουλος, 1997 σ.218)

Ο Garmezy (1985) αναφέρει τρεις κατηγορίες παραγόντων που λειτουργούν προστατευτικά και αυξάνουν την αντοχή της οικογένειας στις στρεσογόνες συνθήκες που αντιμετωπίζει: (α) ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των μελών (π.χ. αυτοεκτίμηση), (β) οικογενειακή συνοχή και απουσία έντονων συγκρούσεων και (γ) διαθεσιμότητα υποστηρικτικού δικτύου.

Μερικοί από τους βασικότερους παράγοντες που συμβάλλουν στην αποτελεσματική και υγιή λειτουργία της οικογένειας περιλαμβάνουν (Horwiz & Kazak, 1990′ Matthews-Simonton, 1984• Peterman & Bode, 1986′ Skynner, 1987):

Την κατανόηση των πληροφοριών που αφορούν την αρρώστια και τη θεραπεία.

Τη δυνατότητα ανοιχτής, ειλικρινούς επικοινωνίας και ενημέρωσης όλων των μελών ως προς την αρρώστια, τη θεραπεία και τις επιπτώσεις της.

Τη δυνατότητα έκφρασης συναισθημάτων, απόψεων ή σκέψεων μέσα σε κλίμα όπου γίνονται κατανοητά, αποδεκτά και όπου αναγνωρίζεται η μοναδικότητα και ξεχωριστή υπόσταση κάθε μέλους.

Τη σαφή οριοθέτηση ρόλων μέσα στην οικογένεια, όπου οι σχέσεις χαρακτηρίζονται από αμοιβαιότητα, συμπληρωματικότητα και υπευθυνότητα.

Τον ισχυρό γονεϊκό συνασπισμό, με σαφή ιεραρχία στη βασική σχέση γονιών-παιδιών, που χαρακτηρίζεται από αμοιβαίο σεβασμό.

Την επαφή και επικοινωνία της οικογένειας με τον εξωτερικό κόσμο και την ενεργοποίηση του υποστηρικτικού δικτύου της.

Την αντίληψη των δυσκολιών ως «προκλήσεων» και την ε-νεργό συμμετοχή των μελών στην αντιμετώπισή τους.

Τη συνοχή της οικογένειας και την αποτελεσματική χρήση δεξιοτήτων για την επίλυση συγκρούσεων και προβλημάτων.

Την ευελιξία των μελών να προσαρμόζονται στις αλλαγές που προκύπτουν από την αρρώστια και την εξέλιξη της.

Την αναγνώριση και αντιμετώπιση απωλειών, με την ολο-κλήρωση μιας διεργασίας θρήνου και την ανάπτυξη ενός υπερβατικού συστήματος αξιών.

Η οικογένεια που λειτουργεί ως ομάδα αναθεωρεί διαρκώς και επαναπροσδιορίζει την ταυτότητα, τους στόχους και την πορεία της (ποιοι είμαστε; πώς φτάσαμε εδώ; πού πηγαίνουμε; κ.λπ.). Η ψυχολογική στήριξη που παρέχει το προσωπικό υγείας είναι ουσιαστική όταν απευθύνεται σε ατομικό επίπεδο, βοηθώντας κάθε μέλος της οικογένειας να αναγνωρίσει και να επεξεργαστεί τις εμπειρίες που βιώνει, και, ταυτόχρονα, σε συλλογικό επίπεδο, ενθαρρύνοντας τα μέλη να εκφράζουν τις σκέψεις, τα συναισθήματά τους, να αλληλοενημερώνονται και να συμμετέχουν ενεργά στην αντιμετώπιση των συνθηκών που προκύπτουν από την αρρώστια και τη θεραπεία. (Παπαδάτου και Αναγνωστόπουλος, 1997, σ.219).

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Αλεξιάς, Γ.(2000). Λόγος περί ζωής και θανάτου. Αθήνα : Ελληνικά Γράμματα.

Αλεξιάς, Γ. (2001). Η κοινωνική κατασκευή του ιατρικού λόγου στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Δοκιμές, Τεύχος 9-10, σ.198.

Κυβέλου, Α. (2010) Έθιμα γύρω απ τον νεκρό και το θάνατο και η παρηγορητική λειτουργία για του πενθόντες. Μεταπτυχιακή διατριβή, ΠΜΣ «Εκπαίδευση και Πολιτισμός», Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Οικιακής Οικονομίας και Οικολογίας.

Παπαδάτου, Δ., Αναγνωστόπουλος, Φ. (1997) Ψυχολογία στο χώρο της υγείας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.

Ζαρταλούδη, A. (2010) Διαπολιτισμική διερεύνηση του πένθους και του θρήνου. Interscientific Health Care, Τόμος 2, Τεύχος 2, 55-63.

«
»